Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγένωτος -η, -ο

άγουρος.
“τα σύκα είναι ακόμα αγένωτα” – “το ψωμί είναι αγένωτο”, – “η σαρδέλα (της λάτας) είναι αγένωτη” κλπ.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀγένωτος -η -ο:  (ἀ-γίγνομαι) = ἄωρος, ἀκατάλληλος ἀκόμη πρὸς χρῆσιν δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐπεξεργασίας (ζυμώσεως, ἁλατισμοῦ).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Ἀγένωτος § ὁ μὴ εἰσέτι γεγονώς, ἀτελής, ἀνεπεξέργαστος. Π. ψωμὶ ἀγένωτο = ἄρτος ἀκατάμακτος, μὴ εἰσέτι εἰς τὸ πλῆρες ἐπεξειργασμένος. ΚΝ.

Σημ. Ἐκ τοῦ στερ. Α καὶ γένομαι (= γίνομαι) ἔδει δὲ εἶναι ἀγένητος· ἀλλὰ καὶ ἀγένωτος κατὰ τὸ ἀρηγὸς καὶ ἀρωγὸς ἐκ τοῦ ἀρήγω.

Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!