Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αγάλια (επίρρ.)

σιγά – σιγά, αργά, ήσυχα
“αγάλια αγάλια θα τον ανεβούμε τον ανήφορο”, “πήγαινε αγάλια – αγάλια και θα σε φτάσω”, ” αγάλια – αγάλια, μη βιάζεστε”.
Έχουμε απ’ αυτό και τις γνωστές παροιμίες “αγάλια – αγάλια γίνεται και η αγουρίδα μέλι”, ” αγάλια – αγάλια κότα μου και εγώ σε μαγειρεύω” κ.α.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ετυμολογική σημείωση:
το αγάλι ανάγεται στο μσν. τύπο αγάλι < *αγάλιν < *αγάληνα (με βάση τη φρ. αγάλην΄ αγάληνα) < επίρρ. αγαληνά (μετακ. τόνου κατά το ήσυχα) < μσν. αγαληνός < αρχ. επίθ. γαληνός, μέσω ανάπτυξης προθετικού α- λόγω συνεκφοράς με την αιτιατική του αόριστου άρθρου, ύστερα επανανάλυσης [ena-γal > enaγal > en-aγal]) και, τέλος, προσθήκης του δεσμευμένου μορφήματος κατ’ αναλογία με άλλα επιρρήματα (π.χ. ίσια, καθάρια, αγνάντια κ.ά.)

(Π.Γ. Κριμπάς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *