Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αδερφομοίρι (το)

  1. το μερίδιο του αδερφού από κληρονομιά γονέων.
  2. το μερίδιο του άκληρου πεθαμένου αδερφού.
  3. κτήματα “αδερφομοίρια”. φράση: “είμαστε αδερφομοίρια …” λένε.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Λέμε: αυτά τα χωράφια είναι αδερφομοίρια, δηλ. είναι εξ ίσου μοιρασμένα σε δύο αδέρφια από κληρονομιά. “Μοίρα” είναι το μερίδιο. Από το αρχαίο μοιρώ και μείρομαι, το νεότερο μοιράζω. Ή το κομμάτι που ανήκει στον καθ΄ ένα.
(Μοίρα είναι και η τύχη, το πεπρωμένο αλλιώς. Γνωστή και η παροιμία για τον πολύ φτωχό: “δεν έχει στον ήλιο μοίρα”. Από το μείρομαι και η μό(ω)ρα ).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Αδελφομοίρια, τα: (αδελφός+μοιράζω) = οι γονικοί κλήροι οι μοιρασμένοι σε αδέλφια.

Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!