Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αμπώνω

  1. σπρώχνω, απομακρύνω, απαλλάσσομαι από κάτι δε βάρος άλλου: “αμπώνω τις μέρες μας” – “Αμπώνομαι τις μέρες”, απαισιόδοξος λόγω ηλικιωμένων.
  2. “Του την άμπωσα τη βάρκα”, δηλ. τον κατέδωσα, του ΄καμα κακό, τον εκδικήθηκα.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ἀμπώνω:  (ἀπὸ-ὠθέω -ῶ, ἄπωσις) = ἀπωθῶ, ἀπομακρύνω, ἀπαλλάσσομαι ἁνεπιθυμήτου πράγματος μεταβιβάζων τοῦτο εἰς ἄλλον.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Αλλιώς αμπώθω, αμπώχνω αμπωχτά. Από το αρχαίο απωθώ (από-ωθώ), σπρώχνω. Λέμε συνήθως: μου ΄δωκε μια αμπωξά, δηλ. σπρωξ(ι)ά.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Ἀμπώνω = ἀποθῶ κάποιον βίαια πρός τά ὀπίσω.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής


Αμπώνω: (από ωθέω-απώσω, αμπώσω-απέωσα) = απωθώ = σπρώχνω.

Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα


βλ. και αμπώζω

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *