Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

αἵρεσ(ι)

Αἵρεσ(ι):  /ἡ/ (αἱρέω) = ἐπίμονος ἐρέθισις. «μ’ σήκωσ’ αἵρεσις».

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

η φράση: “μου σήκωσε αίρεση” είναι φαίνεται καθαρά δική μας, καρσάνικη.
Οι Λάζαρης και Κοντομίχης καταγράφουν τον τύπο της παθητικής μετοχής, ρεσεμένος (αιρεσεμένος), ο κακομαθημένος, ο ιδιότροπος, με αναφορά ο δεύτερος και στο ουσιαστικό αίρεση ως ιδιοτροπία, από το ρήμα ρεσεύω.
Το λεξικό Δημητράκου έχει τη λέξη αίρεση στη δημοτική με την έννοια του ελαττώματος, της κακής συνήθειας και ρεσεμένος, ο κακομαθημένος. Δεν πρόκειται επομένως για τη θρησκευτική έννοια της λέξης (αίρεση, αιρετικός).
Στη δική μας (ιδιωματική) έκφραση, το “σηκώνει” λέγεται με την έννοια του προκαλεί. Ατό το πράγμα – λέμε- μου σηκώνει (προκάλεσε) αίρεση (εκνευρισμό).
Αυτό που στην προκειμένη περίπτωση “προκαλεί” η αίρεση, είναι κάτι ανάλογο με την αλμπασία (ιταλικό albagia) δηλαδή σύγχυση, ζάλη, πονοκέφαλο.
Φυσικά η ετυμολογία βάση των παραπάνω είναι η λόγια λέξη αίρεσις, έως από το ρήμα αιρέω -ώ σε συσχετισμό εδώ και με το άλλο ομόηχο ρήμα αίρω, που θα πει σηκώνω. Ας πούμε, ίσως αυθαίρετα: ήρεν αίρεσιν, αρχαιοπρεπώς).
Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *