Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

᾿ψωνίζω

᾿ψωνίζω = ὠνοῦμαι, ἀγοράζω καὶ ᾿ψωνιστὴς ὁ ἀγοραςής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *