Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

᾿φλοκαλίστρα

᾿Φλοκαλίστρα, § σάρωθρον· ἰδ. ᾿φλόκαλον.

Σημ. Παρὰ Κυπρίοις λέγ. ᾿φρουκάλα καὶ ᾿φρουκαλίζει τὸ καθαίρειν τὰ ᾿φλόκαλα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *