Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ὠϊδίζω

Ὠϊδίζω (ὠοειδής, εὐειδὴς) = ὀμορφαίνω, κομψεύω, ἁρμόζω αἰσθητικῶς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *