Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ὀκιοπ(ου)λῖνο

Ὀκιοπ(ου)λῖνο /τὸ/ (Ἰ. occhio-pollino) = ἐνδιάμεσος κάλος μεταξὺ τῶν δακτύλων τοῦ ποδὸς (κυκλοτερὴς καὶ διάτρητος εἰς τὸ μέσον ὡς ὀφθαλμὸς πουλερικοῦ).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *