η

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στο Λευκαδίτικο ιδίωμα!

ἱκανά

Ἱκανὰ (τά), § τὰ χρήματα. Π. μᾶς λείπουν ἱκανά.

Σημ. ὁ Βυζ. παραλείπει τὴν λέξιν. Ὁ δὲ Βλάχος ἀγνοεῖ τὴν σημασίαν. Ἐκ τοῦ ἱκανός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *