Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ἤμουνα

Ἤμουνα § ἤμην (παρατατ. τοῦ εἰμί).

Σημ. ὁ χρόνος αὗτος τοῦ ῥήματος κλίνεται ἰδιορρύθμως οὕτως:  ἤμουν(α), ἤσουν(ε), ἤταν(ε), ἠμάστε(νε), ἠσάστε(νε), ἤτα(νε). Καὶ ἐν γένει τὰς αὐτὰς μεταβολὰς πάσχουσι καὶ πάντα τὰ παθ. ῥήματα, οἷον· ἐλεγόμουν(α), ἐλεγόσου(νε), ἐλεγόντα(νε), κτλ. (ἰδ. ἐμένα).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *