Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ἀντράκλι

Ἀντράκλι (ἀνδράχλη). Ξῦλον καύσιμον, λεπτὸν καὶ ἀνώμαλον. φρ. πᾶμε γι᾿ ἀντράκλια, δηλ. νὰ κόψωμεν.

βλ. καί  αντράκλα (η)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

 
Click to listen highlighted text!