Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ἀγγελοκρουσμὸς

Ἁγγελοκρουσμὸς θάνατος. Ἡ λέξις φαίνεται ληφθεῖσα ἐκ τῆς Ἁγ. Γραφῆς (Βασιλ. Β´. Πρᾶξ. ιβ’, 23), ἢ ἐκ τῆς ἀρχαιοτάτης δοξασίας, ὅτι ὁ ἄγγελος Ἑρμῆς ἐγγίζων διὰ τῆς ῥάβδου του ἀφαιρεῖται τὰς ψυχάς· εἴτε ἐκ τῆς παρ᾿ ἡμῖν κοινῆς παραδόσεως, ὅτι ὁ ἄγγελος ἐκτελεῖ τὰ τοῦ Ἑρμοῦ ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ Κρητικὸν. «Μιὰ ζωὴ χρωστῶ τοῦ Θειοῦ, τ᾿ ἀγγέλου τὴν ψυχή μου, πολλαῖς μανάδες κλάψανε, ἂς κλάψῃ κ᾿ ἡ δική μου». φρ. ἀγγελοκρούστηκα, ν᾿ ἀγγελοκρουστῇς. Συνήθως μεταχειρίζονται τὴν λέξιν εἰς δριμυτάτους πόνους, ψῦχος ἀνυπόφορον, καὶ πανικὸν φόβον.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *