Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ξεσκολίζω

Ξεσκολίζω (ἐκ-σχολάζω) = ἀποφοιτῶ τοῦ σχολείου, τελειώνω τὰς σπουδάς, εἶμαι δεδιδαγμένος (ἐνίοτε μὲ αἰσχρὰν ἔννοιαν).

Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Εξεσκόλ(ι)σε: (έξω+σχολείο), αποπεράτωσε το σχολείο (εννοείται το Δημοτικό).Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!