Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Τα Λευκαδίτικα

ψάρα (η)

ψυχανθές φυτό αυτοφυές, κοινώς αγριόμπιζο. Φυτρώνει στις ορεινές περιοχές του νησιού και το μαζεύουν σε δύσκολες εποχές και το μαγειρεύουν. Ο καρπός του είναι σας του αρακά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψάρα /ἡ/ = ἄγριον ὄσπριον τρωγόμενον ἐν χλωρᾷ καταστάσει. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψαρονέφρι (το)

το τρυφερό κρέας του σφαχτού κοντά στα νεφρά. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψαρονέφρι /τὸ/ (ψόα-νεφρὸς) = τὸ παρὰ τοὺς νεφροὺς ἐσωτερικὸν τρυφερὸν κρέας, τὸ μπὸν φιλέ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψαροπούλι (το)

το χρυσοπούλι, θαλασσοπούλι ή αλκυώνα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψαροποῦλ(ι) /τὸ/ (ὀψάριον, Ἰ. pollo) = ἀλκυών, χρυσοποῦλι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψαχουλεύω και ψαχαλεύω

ψάχνω να βρω κάτι στηριζόμενος στην αφή των δακτύλων μου. «Τι ψαχουλεύεις εκεί;» – «Τα ψαχούλεψα όλα, αλλά δεν βρήκα τίποτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψαχαλεύω καί ψαχ(ου)λεύω (ψόα, ψαύω-χηλεύω) = ἀναζητῶ διὰ τῆς ἀφῆς, ψάχνω μὲ τὰ δάκτυλα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψειρίζω

Ψειρίζω (φθεὶρ) = συλλέγω τὶς ψεῖρες ἄλλου, ἐρευνῶ τὸ τριχωτὸν τῆς κεφαλῆς κ.τ.λ. πρὸς ἐξόντωσιν ψειρῶν.

ψειροκοῦτι

Ψειροκοῦτι /τὸ/. Ἐπὶ φθειριῶντος νεκροῦ λέγεται ἡ φράσις: «ἄνξε τὸ ψειροκοῦτι» = ἡνοίχθη ἀόρατον καὶ μυστηριῶδες κυτίον (φωλεὰ) ψειρῶν.

ψηλουρανίς ή ψηλουρανού (ψηλαρνοῦ)

ψηλά ως τον ουρανό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(η)λουρανὶς καί ψ(η)λαρνοῦ /ἐπίρ./ = πολὺ ὑψηλὰ πρὸς τὸν οὐρανόν, μέχρις οὐρανοῦ. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψήμα (το)

το ψήσιμο του ψωμιού στον οικογενειακό φούρνο. φράση: «Είχα ψήμα σήμερα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψῆμα /τὸ/ (ἔψω) = τὸ ψήσιμον τοῦ ἄρτου εἰς τὸν σπιτικὸν φοῦρνον. «αὔριο ἔχομε ψῆμα». Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψήστ(η)ς

Ψήστης /ὁ/ (ἔψω) = τὸ κυλινδρικὸν μετ’ ἄξονος σκεῦος ἐντὸς τοῦ ὀποίου διὰ περιστροφῆς ἄνωθεν ἀνθρακιᾶς ψήνεται ὁ καφές, καφοσοῦβλι, καβουρδιστῆρι.

ψηφί (το)

προφέρεται ψ΄φί = ο χαρακτήρας, ο τρόπος συμπεριφοράς. φράση: «Είναι το ψ΄φί του τέτοιο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(η)φὶ /τὸ/ (ψηφίς, ψηφίον) = εἶδος, τεχνοτροπία, ποικιλία (χρώματος, ὑφάνσεως κ.τ.τ.). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψίδι (το)

κομμάτι δουλεμένου δέρματος, που χρησιμοποιούν οι μπαλωματήδες «για να βάνουν ψίδια», δηλ. μπαλώματα. «Βάλε μου ένα ψίδι εδώ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψίδ(ι) /τὸ/ (ψίω) = τεμάχιον κατειργασμένου δέρματος (ἐκ τοῦ χρησιμοποιουμένου διὰ τὸ ἄνω μέρος τῶν ὑποδημάτων). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν σχετίζεται . . . Περισσότερα

ψιδιάζω

Ψιδιάζω (ψίω, «ψίδι») = ἐπισκευάζω ὑποδήματα δι’ ἀλλαγῆς τοῦ πρόσω καὶ ἄνω μέρους των.

ψιλογνέστρα (η)

επιτήδεια στο γνέσιμο γυναίκα, που κάνει πολύ καλό νήμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(ι)λογνέστρα /ἡ/ (ψιλὸς-νήθω) = γυνὴ δεξιοτέχνις εἰς τὸ γνέσιμον (δυναμένη νὰ γνέθῃ ψιλὸ νῆμα). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψιμάρνι (το)

το όψιμα γεννημένο αρνί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(ι)μάρν(ι) /τὸ/ (ὄψιμος-ἀρνίον) = ἀρνίον ὀψίμως γεννηθὲν (τρυφερὸν κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψόφιο (το)

ο καλόγερος, ο ψευδάνθρακας που θεραπευόταν με ρεμέντια: «Όταν παρουσιάζεται ψόφιο στον άνθρωπο κοπανίζουμε σταφίδα ξερή ανακατωμένη με μέλι και τη βάνουν απάνω». «‘Εβαναν και ψητό κρεμμύδι – την καρδιά του- με σαπούνι μπουγάδας και λίγο γάλα για τους καλόγηρους». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψόφιο /τὸ/ . . . Περισσότερα

ψύλληθρο (το) και ψύλιθρο

το φυτό κόνιζα. Με σκούπα, καμωμένη από ψύλληθρο, οι γυναίκες τα χωριά σκουπίζουν κατά διαστήματα τις αυλές και κάποιους εσωτερικούς χώρους του σπιτιού. Πιστεύουν ότι στα ψίλλυθρα κολλάνε οι ψύλλοι και τους μαζεύουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψύλ(ι)θρο /τὸ/ (ψύλλα -ος) = τὸ ποῶδες φυτὸν ἰνούλη . . . Περισσότερα

ψύχα

Ψύχα /ἡ/ (ψύα, ψὶξ) = τὸ μαλακὸν ἔσω μέρος τοῦ ἄρτου, τὸ τρωγόμενον σπέρμα τῶν ἀμυγδαλοειδῶν.

ψυχογιός (ο)

ο υπηρέτης, ο τσοπάνος, ο ακόλουθος, ο πιστός μαντάτορας. Το θηλ. ψυχοκόρη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χογυὸς /ὁ/ (ψυχὴ-υἱὸς) = θετὸς υἱός, ψυχοπαῖδι, ὑπηρέτης ἀγροτικῆς οἰκογενείας, ποιμὴν οἰκοσίτων μισθωτός. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψυχοπιάνω -ομαι

συνέρχομαι, δυναμώνω σιγά σιγά, παίρνω θάρρος. «Έφαγα και ψ΄χοπιάστηκα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοπιάνομαι (ψυχὴ-πιάζω) = ἀναλαμβάνω ἀπὸ ἐξάντλησιν, συνέρχομαι ἀπὸ ἀτονίαν. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Ψυχοπιάνω = 1. δυναμώνω, 2. βοηθῶ τό νεογέννητο νά πρωτοθηλάσει γιά νά πάρει ζωή. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – . . . Περισσότερα

ψυχοπόνεση ή ψυχοπονιά (η)

συμπόνεση. «Μ΄  πονεί η ψυχή μ΄ έτσ΄ που τόνε βλέπω» = πόνος ψυχής, λύπηση. «Να σε ιδώ να σ’ερνεσαι κι η ψ΄χή να μην πονέσ΄». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοπόνεση /ἡ/ (ψυχὴ-πόνος) = ἰλασμός, εὐσπλαχνία, συμπόνια. Ψ(υ)χοπόνια /ἡ/ βλ. λ. ψ(υ)χοπόνεση. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψυχοπονιέμαι

ευσπλαχνίζομαι κάποιον, είμαι ψυχοπονιάρης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοπονιῶμαι (ψυχὴ-πόνος) = οἰκτείρω, εὐσπλαγχνίζομαι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ψυχούδι ή πρόσφορο (το)

μικρή λειτουργιά (=άρτος σφραγισμένος) που μοιράζουν σε περιπτώσεις πένθους. Τα ψυχούδια τα λένε και Σαββατιάτικα γιατί τα πήγαιναν στην εκκλησία κάθε Παρασκευή για να διαβαστούν απ΄ τον παπά το πρωί του Σαββάτου. Ψυχούδια έστελναν μετά το μνημόσυνο, «στις 40». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψ(υ)χοῦδ(ι) /τὸ/ (ψυχαῖον) . . . Περισσότερα

ψωλιόγκος

Ψωλιόγκος /ὁ/ (ψωλὴ) = τὸ ἀλαντοειδὲς θαλάσσιον ὀλοθουρία, κατουρίλας.

ψωμόπετρα (η)

πέτρα μαλακή, που σκαλίζεται εύκολα χωρίς και να διαλύεται. Με τέτοιες μεγάλες μονοκόμματες πέτρες πολλοί παλιοί Λευκαδίτες έφκιαναν τις πέτρινες πίλες (=αποθήκη λαδιού), όπου έβαναν ολοχρονίς το λάδι τους. Τις χρησιμοποιούσαν πολύ και οι λαδέμποροι της Χώρας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψωμόπετρα /ἡ/ (ψωμὸς-πέτρα) = εὔθριπτον . . . Περισσότερα

ὠϊδίζω

Ὠϊδίζω (ὠοειδής, εὐειδὴς) = ὀμορφαίνω, κομψεύω, ἁρμόζω αἰσθητικῶς.

ωμόλαδο (το)

λάδι από στυμμένες στο πιεστήριο του λιτροβειού ελιές, χωρίς την χρησιμοποίηση καυτού νερού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὠμόλαδο /τὸ/ (ὠμὸς-ἔλαιον) = τὸ ἐκ νωπῶν ὑγιῶν ἐλαιῶν ἐξαγόμενον ἁγνὸν ἔλαιον (χωρὶς τὴν χρῆσιν ζέοντος ὕδατος κατὰ τὴν ἔκθλιψιν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!