Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Γ. Μαραγκού

΄μπροστόμι

῾Μπροστόμι (προστόμιον)· λίθος ἢ κέραμος τιθέμενος πρὸ τοῦ στομίου τοῦ φούρνου διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν φλόγα.

΄σκαντάλι

᾿Σκαντάλι. (σκάνδαλον)  τὸ μικρὸν σίδηρον τῶν πυροβόλων, ὅπερ κινηθὲν ῥίπτει τὸν λύκον.

ἀγγελοκρουσμὸς

Ἁγγελοκρουσμὸς θάνατος. Ἡ λέξις φαίνεται ληφθεῖσα ἐκ τῆς Ἁγ. Γραφῆς (Βασιλ. Β´. Πρᾶξ. ιβ’, 23), ἢ ἐκ τῆς ἀρχαιοτάτης δοξασίας, ὅτι ὁ ἄγγελος Ἑρμῆς ἐγγίζων διὰ τῆς ῥάβδου του ἀφαιρεῖται τὰς ψυχάς· εἴτε ἐκ τῆς παρ᾿ ἡμῖν κοινῆς παραδόσεως, ὅτι ὁ ἄγγελος ἐκτελεῖ τὰ τοῦ Ἑρμοῦ ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ . . . Περισσότερα

Άδης (ο)

βαθύ σκοτάδι που κινείται κανείς ψηλαφητά. «Δεν βλέπω που πατώ», «Το κατώγι μας είναι Άδης, άναψε το λυχνάρι να βλέπομε». μτφ: «Είμαι στα χαμένα» – «Με πήρε ο Άδης».  Για κάποιον που χρεοκόπησε: «Πάμε σαν στραβοί στον Άδη». Για την έννοια του Άδη, χρησιμοποιούν οι Λευκάδιοι τη λέξη Χάροντας, Χάρος, . . . Περισσότερα

ἁδρὺς -υὰ – ὸ

Ἁδρὺς -υὰ – ὸ:  ἁδρός, τραχύς, σκληρὸς «ἁδρὺ κρασί, ἁδρὺ ὕφασμα». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἁδρὺ συνήθως λέγεται ὁ τραχὺς καὶ ὑποξύνου γεύσεως οἶνος (προῦσκο). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

ἀθάνατα

Ἀθάνατα ἡ ποιητικὴ αὕτη λέξις πρὸς δήλωσιν τοῦ ἐξόχου ζῇ ἔτι ἐν Λευκάδι.

αθάνατο(ς) -η -ο

πολύ γερό και καλοφτιαγμένο ύφασμα, παπούτσι κ.λπ. φράση: «Σκουτί αθάνατο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀθάνατος -τη -το φρ. ἔκαμες ἀθάνατα – ᾿γειά σου ἀθάνατε – αὐτὸ εἶν᾿ ἀθάνατο. Ἐν τοῖς παραμυθίοις ἀναφέρεται ὡς ἆθλος τοῦ ἥρωος, τὸ ἀθάνατο νερό. Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

ἀλίτουρος -η -ο

Ἀλίτουρος -η -ο:  ἀλιτήριος, ἀσεβής, ἀνάγωγος, θρασύς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀλίτουρος – Ἀλιτουράνος (ἀλίτηρος), ἀλιτήριος, ὁ παραβάτης τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων, ὁ αἱρετικός, ὁ ἄπιστος, ὁ ἄσπλαχνος. Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

ἀνακούρκουδα

Ἀνακούρκουδα (ἀνάκυρτα), ὅταν τις πίπτῃ ἀνάποδα ἢ κατακέφαλα. βλ. και ανακούρδουκα και ανακούρδικα (επίρρ.)

αναπιάζω -νω

κάνω την προπαρασκευαστική εργασία για το ζύμωμα του ψωμιού. Λιώνω το προζύμι και το ανακατεύω με αλεύρι για ζύμωμα. «Αναπιάζομε τα προζύμια της νύφης» ή «τα προζύμια του γαμπρού». Είναι κοινή η φράση και πασίγνωστη: «αναπιάζω προζύμι». Δημ. τραγ. : «Φκήσου με, μάνα μ΄, φκήσου με στο δόλιο μου προζύμι, . . . Περισσότερα

ἀνασαλεύω

Ἀνασαλεύω κινοῦμαι πρὸς τὰ ἄνω. φρ. δὲν ἀνεσάλεψε ἀπὸ τὸν τόπο του – δὲ μπορεῖ ν᾿ ἀνασαλέψῃ.

ανεμορ΄πή (η)

ανέμου ριπή, θυελλώδης άνεμος. φράση: «να σε πάρ΄ η ανεμορ΄πή». (ανεμορπή) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνεμορπὴ (ἀνέμου ῥιπή). φρ. νὰ σὲ ᾿πάρ᾿ ἡ ἀνεμορπή. Ἡ λέξις φαίνεται ληφθεῖσα ἐκ τοῦ ψαλτηρίου (ψλ. 1). Ἐκ μεταφορᾶς δὲ ἀνεμορπὴ καὶ ἄνεμος = διάβολος, ὡς ὠθῶν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν . . . Περισσότερα

αντ’γός (αντηγός) (ο)

υπαίθριο αποχωρητήριο, αφοδευτήριο. Ο αντ΄γός (αντγός) ήταν έξω από το σπίτι, στην αυλή, στον κήπο ή αλλού, σιμά πάντα, και αποτελούσε απλώς ένα σανιδένιο ή λαμαρινένιο προκάλυμμα. το πίσω μέρος του σπιτιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντηγὸς:  /ὁ/ (ἀντὶ-ἄγω, Ἰ. antare;) = τόπος προκεκαλυμμένος, ὑπήνεμον, ἀφοδευτήριον, . . . Περισσότερα

αντράκλα (η) και ἀντράκλι

το φυτό χεροβότανο (αδράχλη η αγρία), είναι ιαματικό. το σαλατικό αδράχνη, κοινώς γλυστρίδα ξύλα καύσιμα, όχι χοντρά – «Πάμε για αντράκλα;» (Γ. Μαραγκός). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντράκλα:  /ἡ/ (ἀνδράχνη) = τὸ σαλατικὸν ἀνδράχνη, πορτουλάπη ἠ λαχανηρά, ὀλισθηρίς, γλυστρίδα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀντράκλι (ἀνδράχλη). . . . Περισσότερα

ἄντρας

Ἄντρας (ἀνήρ). Σπανιώτατα ἡ γυνὴ λέγει, ὁ ἄντρας μου, ἀλλ᾿ ὁ νοικοκύρης μου. Ἄντρας εἶνε εὔχρηστον. Α’. πρὸς δήλωσιν τοῦ γένους, (οἱ ἄντρες κ᾿ ᾑ γυναῖκες). Β’. πρὸς δήλωσιν τῆς ἀνδρίας. φρ. εἶνε ἄντρας – εἶν᾿ ἀπὸ τζ᾿ ἄντρες ἄντρας.

ἀποκαρομάρα

Ἀποκαρομάρα, λέγεται πρὸς τοὺς εὐήθεις καὶ παραμιλοῦντας τὰ χρέη τῶν φρ. Τί ἀποκαρωμάρα σέ ᾿πιασε;

αποκαρώνω -ομαι

πέφτω σε ύπνο βαθύ, είμαι άνοιωστος. «Μ΄ αποκάρωσε ο ύπνος, γιε μου, και δεν μπόρεσα να ξυπνήσω». για όποιους κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν το χρέος τους, λέμε πως τους έπιασε αποκαρωμάρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀποκάρωσα = ἀπέκανα, ξεψύχησα, ἀποκάρωσα ἀπ᾿ τήν κούραση (ξεψύχησα ἀπ᾿ τήν . . . Περισσότερα

αρήλογος ή αργολόγος

μεγάλο και αραιό κόσκινο για καθαρισμό του σιταριού από ξένα σώματα, χαλίκια κ.λπ. Σε κατγρ. του 1697 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: » … ένας αρήλογος». ΒΑΛ. Φωτεινός, σελ 300: «αρήλογος, πινακωτή, και πλάστης και δριμόνι.». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρήλογος: /ὁ/ (ἀραιὸς-λέγω) = μεγάλο κόσκινον καθαρισμοῦ . . . Περισσότερα

αρνιακάδα (η)

το δέρμα του αρνιού, Το δέρμα του προβάτου λέγεται προβιά, της γίδας γιδιά, του βοδιού βοϊδιά, των άλλων ζώων τομάρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρνιακάδα (ἀρνακίς), δέρμα ἀρνίου. Τὸ τοῦ προβάτου (προβηά), τῆς αἰγὸς (γιδιά). Τοῦ βοὸς (πετζὶ καὶ βοϊδοπέτζι), τῶν λοιπῶν ζῴων (τομάρι). Γλωσσάριον – Γ.Χ. . . . Περισσότερα

αρούκανος -η -ο

αρόκανος, ο μη ροκανισμένος, απλανιάριστος, ξύλο μη δουλεμένο με ρόκανο (=πλάνια). αρχ. ρυκάνη. μτφ.: ψωμί ξερό κι αρούκανο. φρ.: «το ΄φαγα ξερό κι αρούκανο». Σε πρόσωπα = έμεινε στα χαμένα, αποσβολώθηκε. «Μόλις άκουσε το χαμπέρι, έμεινε ξερός κι αρούκανος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀρούκανος -η -ο . . . Περισσότερα

βαβά (η)

η γιαγιά, η βαβά. Στα χωριά επικρατέστερη είναι η προσφώνηση βαβά (η βαβά μου), στην πόλη, η προσφ. γιαγιά. Το βάβω σπανιότερο. «Και θά ‘ρθω πάλι, βάβω μου, να σ’ εύρω στη γωνία σου…» (Γερ. Γρηγ., «Επιστροφή στην ποίηση», Αθ. 1980, σελ. 95) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

βάϊ

Βάϊ! εἶνε ἐπιφώνημα τῶν χωρευτῶν, ὅταν δίδοντες ἀνάπαυλάν τινα εἰς τὸν ρυθμὸν προσεπιφωνῶσι βάϊ! καὶ κλίνουσι πλαγίως ἢ πρὸς τὰ ὀπίσω, π.χ. «Τὸ γουργὰ… βάϊ… τὸ γουργάρικο χορὸ» κτλ.

βαΐζω

λυγίζω, γέρνω μπρος τα εμπρός λόγω ηλικίας ή λόγω ασθένειας γέρνω σκόπιμα και συχνά με χάρη όπως οι λυγερόκορμες κοπέλες, «αι λυγίζουσαι, αι θλώσσαι την μέσην των εν τω περιπατείν ή ορχείσθαι» (Γ.Χ.Μαρ.) στα δέντρα: «Οι ελιές αβάισαν από το βάρος του καρπού» – «Εβάισαν οι πορτοκαλιές, και τους έβαλα . . . Περισσότερα

βαρ(υ)γομάω

βαρυγομάω έχω παράπονο, αγανακτώ, δυσφορώ: «Μη μου βαρ΄γομάς» – «Έχω μεγάλη βαρ΄γόμια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρ(υ)γομάω (βαρὺς-γομόω, γνώμη;) = παραπονοῦμαι, δυσφορῶ κατά τινος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Βαργομάω (βαρυγνωμῶ) βαρυθυμῶ. φρ. νὰ μὴ βαργωμήσῃς – Ἂ᾿ δὲν ἔρτῃς θὰ βαργωμήσω. Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

βερβελήθρα (η)

η κοπριά της γίδας. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βερβελήθρρα κόπρος αἰγός. Πολὺ πιθανὸν ὅτι μετωνομάσθη σκωπτικῶς ἢ διὰ τὴν χρησιμότητά της ἐκ τοῦ βέρβερι μαργαριτοφόρου ὀστρέου, (ὡς ἐκ τοῦ δάκτυλος, δακτυλήθρα). Εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας μου, ἔστωσαν ὡς παραδείγματα, ὅτι τὴν κόπρον τῶν ἵππων καὶ ὄνων ἀποκαλοῦσι, . . . Περισσότερα

βολεί (τρίτο πρόσωπο)

επιτρέπεται, χωράει, ευκολύνει. «Δε βολεί να περάσεις;» – «Δε με βολεί να διαβώ φορτωμένος, είναι στενωσά». «Είναι τόσος κόσμος που δε βολεί να ρίξεις βελόνι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βολεῖ (εὐ-βολεῖ) = χωρεῖ, ἐπιτρέπεται: «βολεῖ νὰ διαβῆς, δὲ βολεῖ νὰ παντρευτῆς πρώτη ξαδέρφη». Τα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!