Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιωάννη Σταματέλου

΄γκιάζω

᾿Γγιάζω, § ἐγγίζω. Σημ. Εἰς πολλὰ τῶν εἰς ιζω ῥημάτων ἡ δημοτικὴ προσθέτει α πρὸ τοῦ χαρακτηριστικοῦ, οἷον λογιάζω κτλ. Ὁ Βυζ. γρ. ἐγγίζω.

΄κώχη

᾿Κώχη, § ἄκρα κοπτερή, ἀκμή, αἰχμή. Π. ἡ ᾿κώχη τῆς μαχαίρας = ἡ ἀκμή. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀκωκή.

΄νίλα

Νίλα, § μόρ. εὔχρ. ἐν τῇ φρ. ὁ χορὸς πάει ᾿νίλα, δηλ. γίνεται ἀδιάκοπος καὶ ζωηρός. Σημ. Μήπως σχετίζεταί πως πρὸς τὸ ἀνιλεῶς;

΄ξεστραβόνω

᾿Ξεστραβόνω, § κάμνω τινὰ νὰ ἴδῃ τι, ὅπερ δὲν ἔβλεπεν ἕνεκα ἀπροσεξίας, ὄθεν καὶ ἡ ἐπίπληξις ᾿ξεστραβόσου = πρόσεξε νὰ ἰδῇς. Μ. § φωτίζω τὸν νοῦν τινος. Π. Ἐκεῖνος μ᾿ ἐξεστράβωσε καὶ ᾿ξέρω τώρα καὶ γράφω τ᾿ ὄνομά μου. Σημ. Τὸ ὀμματόω τῶν ἀρχ. εἶχε τὴν αὐτὴν σημασίαν.  

΄πίμυτα

᾿Πίμυτα, § πρινιδόν. Π. ἔπεσε ᾿πίμυτα = ἔπεσε πρηνής, οἱονεὶ ἐπὶ τῆς μύτης (ῥινός). Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. προύμυτα (ἐν λ.), οἱ δὲ Μήλιοι λέγ. προύμουντα (ἐφ. Φιλομ. ἀρ. 792), οἱ δὲ Κρῆτες μπούμπουρα (Φιλίστ. Δ΄ 520).

΄ποδόχη

᾿Ποδόχη, § ἡ ὀριζόντιος πλὰξ ἡ κειμένη πρὸ τοῦ στομίου τοῦ κλιβάνου καὶ ὡρισμένη νὰ δέχηται τὰ θράκια. Σημ. Ἐκ τοῦ ὑποδοχή.

΄ραθυμάω

Ῥαθυμάω § Μέσ. ὀρέγομαι (κυρ. ἔδεσμά τι). Π. ἡ ἀγγαστρωμένη ἐρραθύμησε πῆτα. βλ. καί  ξεραθ(ι)μάω και ξερραθυμάω

΄ραΐζω

Ῥαΐζω, § ῥήγνυμι· παθ. ῥαΐζομαι = ῥήγνυμαι. Π. ῥαΐζει᾿ ἡ καρδιά μου = συγκινεῖται, συμπαθεῖ, συντρίβεται. ΚΝ. Σημ. Οὕτω λέγ. καὶ οἱ Κρῆτες (Φιλίστ. Δ’. σ. 522).

΄ροβολάω

Ῥοβολάω § τρέχω τὸν κατήφορο τοῦ ὄρους. Ἐκ τούτου καὶ ῥόβολο = ὁ κατήφορος. Σημ. Ἴσως ἐκ τοῦ βάλλω ἐμαυτὸν ἀπὸ τοῦ ὄρους, ὥστε πλῆρες εἶνε ὀροβολάω.

΄ρουθοῦνι

Ῥουθοῦνι § ῥώθων. Φ. δὲν ἄφησε ῥουθοῦνι = τοὺς κατέστρεψεν ὅλους (κυρ. ἐπὶ ἀνθρώπων). Σημ. Ὁ Βυζ. ἀγνοεῖ τὴν φράσιν.

΄ρουκανάω καὶ ῥουκανίζω

Ῥουκανάω καὶ ῥουκανίζω § τρώγω ξηρόν τι ἔδεσμα, ὡς παξημάδια κτλ. Ἐκ τούτου καὶ ῥουκάνισμα = τὸ ῥουκανίζειν. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ῥυκανάω, ῥυκανίζω. Ὁ Αἰνιὰν γρ. ῥοκανίζω (Ἀθ. σ. 96).

΄σε

’Σὲ § εἰς. Π. ἦρτε σὲ κακὰ μέτρα. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τῆς εις κατ’ ἀφαίρεσιν τοῦ ει καὶ προσθέσει τοῦ ε (Σύλλ. 5) καὶ οὐχί, ὥς τινες θέλουσι, κατὰ μετάθεσιν ἐκ τῆς ες, διότι ἐν Λευκάδι μεταχειριζόμεθα καὶ τὸ πλῆρες εἰσέ. Π. ὅντας θὰ ν’ πᾷς εἰσὲ χοροὺς καὶ εἰσὲ . . . Περισσότερα

΄στρείδι

’Στρείδι § εἶδος ὀστρακοδέρμου. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ Ὄστρειον (Σύλλ. 38). Ἡ δὲ κατάληξις είδι(ον) ἀντὶ ειον ἐγένετο κατὰ τὸ βιβλίον, βιβλίδιον, νησίον, νησίδιον, ὀψάριον, ὀψαρίδιον (Μ. ἐτυμ. ἐν λ. νησίδιον). Εἶναι δὲ ἄξιον νὰ σημειωθῇ ὅτι αἱ καταλήξεις τῆς δημοτικῆς γλώσσης πρέπει νὰ γίνωσιν ἰδιαίτερον ἀντικείμενον μελέτης, νὰ συνταχθῶσιν . . . Περισσότερα

᾿φλοκαλίστρα

᾿Φλοκαλίστρα, § σάρωθρον· ἰδ. ᾿φλόκαλον. Σημ. Παρὰ Κυπρίοις λέγ. ᾿φρουκάλα καὶ ᾿φρουκαλίζει τὸ καθαίρειν τὰ ᾿φλόκαλα.

᾿ψώνι

᾿Ψώνι § τὸ ὤνιον. Ἐκ τούτου ᾿ψωνίζω = ὠνοῦμαι, ἀγοράζω καὶ ᾿ψωνιστὴς ὁ ἀγοραςής. Σημ. Ἐκ τοῦ ὀψώνιον (Σύλλ. 38).

’ξυνὸς καὶ ’ξινὸς

’Ξυνὸς καὶ ’Ξινὸς § ὀξύς. Σημ. Ὁ Βυζ. πάντα τὰ ἐκ τῆς λ. ταύτης παραγόμενα γράφει διὰ τοῦ οι ὡς ’ξοινάδα, ξοινίζω κτλ. ἐνῷ ἡ παραγωγὴ αὐτῶν εἶναι φυσικωτάτη ἐκ τοῦ ὀξὺς ἢ ὀξίνης (ἴδ. ’ξυγγιά). Ὀρθῶς δὲ γρ. ὁ Αἰνιὰν μορόξυνον (= ὑπόξυνον) (Ἀθην. σ. 79).

’φουμιὰ

’Φουμιὰ § κόσμημα, τὸ πρόξενον ἀγαθῆς φήμης. Σημ. Ἐκ τοῦ εὐφημία.

Ἄ. ἐπίρρ. παρακελ. §ἄγε. Π. ἄ νὰ φύγουμε = ἄγε φύγωμεν. Σημ. 1. Οἱ Λευκάδιοι λέγουσι καὶ ἄε ἀντὶ ἄ. Π. ἄε νὰ φύγουμε· ὅπερ ἐγένετο ἀφαιρέσει τοῦ Γ ἐκ τοῦ ἄγε (ἴδε Συλλαβ. 3)· ὥστε ἔχομεν ἄγε, ἄε καί, ἐκ τούτου ἄ. (Σύλλαβ. 5). Σημ. 2. Δὲν ἤθελε σφάλει . . . Περισσότερα

α ή άε ή χάει (επιφών. παρακελευστικό)

Από το αρχαίο «άγε  = εμπρός, έλα». «Χάει νυφούλα μ΄, στο καλό και να σε ιδούν καληώρα». (δημ.). 2) δηλωτικό απειλής. φρ. «άει φύγε από δω γιατί, θα φας ξύλο». 3) δηλωτικό κατάφασης. φρ. «Μήπως είδες τ΄άλογο μου; – Χάει το είδα». 4) υποθετικό = εάν, αν, αποβάλει όμως το . . . Περισσότερα

αγένωτος -η, -ο

άγουρος. «τα σύκα είναι ακόμα αγένωτα» – «το ψωμί είναι αγένωτο», – «η σαρδέλα (της λάτας) είναι αγένωτη» κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγένωτος -η -ο:  (ἀ-γίγνομαι) = ἄωρος, ἀκατάλληλος ἀκόμη πρὸς χρῆσιν δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐπεξεργασίας (ζυμώσεως, ἁλατισμοῦ). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγένωτος § . . . Περισσότερα

αγιούλι (το)

το φυτό ίον το εύοσμον. Δημοτικό τραγούδι: «αγιούλια είν΄τα μαλάκια σου κι όθε και αν πας μυρίζουν όθε περάσεις και σταθείς, αντρόγενα χωρίζουν» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Άγιοῦλι:  /τὸ/ = ἴον, μανουσάκι, μενεξές. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγιοῦλλι § τὸ ἴον. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τοῦ . . . Περισσότερα

ἀγιουλίζω ἢ ἀϊουλίζω

Ἀγιουλίζω ἢ Ἀϊουλίζω § στίλβω, λάμπω. Π. ἀγιουλιάζουν τὰ ῥοῦχά σου = λάμπουσι. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρχ. αἰολίζω. Τί δὲ εἰπεῖν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς διφθόγγου Ἄϊ; Ταύτην ἀπαντῶμεν καὶ εἰς ἄλλας λέξεις, οἷον χαϊδεύω, γάϊδαρος κτλ. (ἰδ. Ϊ ἡδύφ.), εἰς ἃς φαίνεται ὅτι τὀ Ι παρενεβλήθη λόγὼ ἡδυφωνίας, καθότι . . . Περισσότερα

ἀγκαστρώνω

Ἀγκαστρώνω:  (ἐν-γαστήρ, γαστρόω) = γονιμοποιῶ θῆλυ (τὸ κάμνω ἔγκυον). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγγαστρόνω § ἔγγυον ποιῶ. Κ.Ν. Σημ. Ἐκ τοῦ ἐγγαστρόω (Σύλλ. Ι. ΙΙ.). Ὁ Βυζάντιος γράφει ἐγγαστρόνω καὶ Γκαστρόνω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

αγκλέορας (ο)

το καλαμοειδές φυτό ελλέβορος. Απ΄τα σπέρματα του, παρασκεύαζαν παλιότερα καθαρτικό. Λέγεται κοινώς γαλατσίδα και σκάρφη. «ο ελλεβόρος λέγεται και σκάρφη» (Από παλιό γιατροσόφι). Στην Λευκάδα λέγεται και υβριστικά πχ. «δεν βγάνεις τον αγκλέορα;» , «έφαγες τον αγκλέορα». Κατάρα: «να βγάλεις τον αγκλέορα, Παναγιά μου» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

αγναντεύω

βλέπω από ψηλά ή από απόσταση κάτι. Παρατηρώ, επισκοπώ. «Αγναντεύω από την αυλή μου…». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγναντεύω:  (ἀνὰ-ἀντέω) = θεῶμαι ἐξ ἀποστάσεως ἤ ἀφ’ ὑψηλοῦ, παρατηρῶ μακρόθεν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγναντεύω § μακρόθεν καὶ ἀντίον ἱστάμενος παρατηρῶ. ΚΝ. Σημ.Ἐκ τοῦ Ἔναντα (Σύλλ. . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!