Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιωάννη Σταματέλου

΄γκιάζω

᾿Γγιάζω, § ἐγγίζω. Σημ. Εἰς πολλὰ τῶν εἰς ιζω ῥημάτων ἡ δημοτικὴ προσθέτει α πρὸ τοῦ χαρακτηριστικοῦ, οἷον λογιάζω κτλ. Ὁ Βυζ. γρ. ἐγγίζω.

Ἄ. ἐπίρρ. παρακελ. §ἄγε. Π. ἄ νὰ φύγουμε = ἄγε φύγωμεν. Σημ. 1. Οἱ Λευκάδιοι λέγουσι καὶ ἄε ἀντὶ ἄ. Π. ἄε νὰ φύγουμε· ὅπερ ἐγένετο ἀφαιρέσει τοῦ Γ ἐκ τοῦ ἄγε (ἴδε Συλλαβ. 3)· ὥστε ἔχομεν ἄγε, ἄε καί, ἐκ τούτου ἄ. (Σύλλαβ. 5). Σημ. 2. Δὲν ἤθελε σφάλει . . . Περισσότερα

α ή άε ή χάει (επιφών. παρακελευστικό)

Από το αρχαίο «άγε  = εμπρός, έλα». «Χάει νυφούλα μ΄, στο καλό και να σε ιδούν καληώρα». (δημ.). 2) δηλωτικό απειλής. φρ. «άει φύγε από δω γιατί, θα φας ξύλο». 3) δηλωτικό κατάφασης. φρ. «Μήπως είδες τ΄άλογο μου; – Χάει το είδα». 4) υποθετικό = εάν, αν, αποβάλει όμως το . . . Περισσότερα

αγένωτος -η, -ο

άγουρος. «τα σύκα είναι ακόμα αγένωτα» – «το ψωμί είναι αγένωτο», – «η σαρδέλα (της λάτας) είναι αγένωτη» κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγένωτος -η -ο:  (ἀ-γίγνομαι) = ἄωρος, ἀκατάλληλος ἀκόμη πρὸς χρῆσιν δι’ ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς ἐπεξεργασίας (ζυμώσεως, ἁλατισμοῦ). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγένωτος § . . . Περισσότερα

αγιούλι (το)

το φυτό ίον το εύοσμον. Δημοτικό τραγούδι: «αγιούλια είν΄τα μαλάκια σου κι όθε και αν πας μυρίζουν όθε περάσεις και σταθείς, αντρόγενα χωρίζουν» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Άγιοῦλι:  /τὸ/ = ἴον, μανουσάκι, μενεξές. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγιοῦλλι § τὸ ἴον. Σημ. Ἐγένετο ἐκ τοῦ . . . Περισσότερα

ἀγιουλίζω ἢ ἀϊουλίζω

Ἀγιουλίζω ἢ Ἀϊουλίζω § στίλβω, λάμπω. Π. ἀγιουλιάζουν τὰ ῥοῦχά σου = λάμπουσι. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀρχ. αἰολίζω. Τί δὲ εἰπεῖν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς διφθόγγου Ἄϊ; Ταύτην ἀπαντῶμεν καὶ εἰς ἄλλας λέξεις, οἷον χαϊδεύω, γάϊδαρος κτλ. (ἰδ. Ϊ ἡδύφ.), εἰς ἃς φαίνεται ὅτι τὀ Ι παρενεβλήθη λόγὼ ἡδυφωνίας, καθότι . . . Περισσότερα

ἀγκαστρώνω

Ἀγκαστρώνω:  (ἐν-γαστήρ, γαστρόω) = γονιμοποιῶ θῆλυ (τὸ κάμνω ἔγκυον). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγγαστρόνω § ἔγγυον ποιῶ. Κ.Ν. Σημ. Ἐκ τοῦ ἐγγαστρόω (Σύλλ. Ι. ΙΙ.). Ὁ Βυζάντιος γράφει ἐγγαστρόνω καὶ Γκαστρόνω. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

αγκλέορας (ο)

το καλαμοειδές φυτό ελλέβορος. Απ΄τα σπέρματα του, παρασκεύαζαν παλιότερα καθαρτικό. Λέγεται κοινώς γαλατσίδα και σκάρφη. «ο ελλεβόρος λέγεται και σκάρφη» (Από παλιό γιατροσόφι). Στην Λευκάδα λέγεται και υβριστικά πχ. «δεν βγάνεις τον αγκλέορα;» , «έφαγες τον αγκλέορα». Κατάρα: «να βγάλεις τον αγκλέορα, Παναγιά μου» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

αγναντεύω

βλέπω από ψηλά ή από απόσταση κάτι. Παρατηρώ, επισκοπώ. «Αγναντεύω από την αυλή μου…». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγναντεύω:  (ἀνὰ-ἀντέω) = θεῶμαι ἐξ ἀποστάσεως ἤ ἀφ’ ὑψηλοῦ, παρατηρῶ μακρόθεν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγναντεύω § μακρόθεν καὶ ἀντίον ἱστάμενος παρατηρῶ. ΚΝ. Σημ.Ἐκ τοῦ Ἔναντα (Σύλλ. . . . Περισσότερα

αγύριγος – αγύρ΄γος (ο)

αυτός που δεν γυρίζει άλλο πίσω. φράσεις: «Άει στον αγύρ΄γο!» και «δανεικό κι αγύρ΄γο». ο ισχυρογνώμων: «Είναι αγύρ΄γο κεφάλι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγύρ(ι)γος -η -ο:  (ἀ-γυρόω) = ὁ μὴ ἐπιστρέφων, ὁ μὴ ἐπιστρεφόμενος, ἀνεπίστρεπτος. «πάει στ’ ἀγύργο, δανεικὸ κι’ ἀγύργο». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

αδειανός (ο)

άδειος, εύκαιρος. παροιμίες: «αδειανός καλόγηρος …» και «αδειανός καλόγηρος έδενε κι έλυε τα βρακιά του»/ «Τ΄αδειανά βαγένια βροντάνε περισσότερο» – «Αδειανή νοικοκυρά παραχέρι του χωριού». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀδειανὸς -ὴ -ὸ:  (ἀ-δέω) = κενός, εὔκαιρος, χωρὶς ἀπασχόλησιν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀδειανὸς § κενός. . . . Περισσότερα

ἀδεμὴ

Ἀδεμή, σύνδ. ἐναν. § εἰ δὲ μή. Π. φάγε, ἀδεμὴ σ᾿ ἀφίνω νηστικόνε. Σημ. Τὸ μόρ. τοῦτο συντίθ. ἐκ τοῦ ἂ (ἄν), δέ, μή. Ὁ Βυζ. παραλείπει αὐτό.

αδράχτι (το)

ξυλινόβεργα, πιο λεπτή στις δύο άκρες και εξογκωμένη ελαφρά στο κέντρο, στην οποία τυλίγουν το νήμα της ρόκας, που είναι προϊόν γνεσίματος. Έχει μήκος 30-40 εκ. και απαραίτητο συμπλήρωμα του είναι το σφοντύλι. Σε παλιό χειρόγραφο του 1724 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε «τέσσερα αδράχτια» και του 1822 «δύο σφοντύλι» σε . . . Περισσότερα

άει και χάει

παρακελευστικό επιφώνημα = εμπρός, πήγαινε, έλα. φράσεις: «Άει στην ευχή του Θεού» – «Άει στο διάολο» αλλά και «Χάει τρέχα να ιδείς». (βλ. α – άε). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄει = σύρε, πήγαινε, ἄει στό καλό σου (πήγαινε στό καλό σου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας . . . Περισσότερα

άειντε

εμπρός, πηγαίνετε, φύγετε. Συνωνυμεί με το άει (χάει) ως ένα σημείο. Του δίνονται όμως και ευρύτερες σημαντικές διαστάσεις: «Άειντε δα, θάλασσα μας τα ΄καμες» – «Άειντε, καημένε, που θέλεις και τα ρέστα σου» και «Χάειντε, χάειντε, γλεντάτε βλέπω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄειντε:  (ἄγε δή, ἄγετε, . . . Περισσότερα

ἀζοῦρα

Ἀζοῦρα, § φλόγωσις τοῦ στομάχου. Ἐκ τούτου ἡ ἀρὰ ἀζοῦρα καὶ πάθος νὰ σοῦ γένῃ τὸ ψωμί, ᾿ποῦ τρῷς. Σημ. Πιθανῶς ἐκ τοῦ ἄζω = ξηραίνω, κατατήκω, φλογύζω, ἐξ οὗ καὶ ἀζηρὸς = ὁ φλογίζων καὶ ξηραίνων.

αζώηρος ή αζώερας (ο) και ἀζώϊρας

η πεταλουδίτσα που τριγυρίζει στις αναμμένες λάμπες. το άγριο φυτό, ο ανάγυρις των αρχαίων, που αναδίδει δυσοσμία. Οι χωρικοί χρησιμοποιούν τα φύλλα του για ιαματικούς σκοπούς, ιδίως στα οικόσιτα ζώα. «Θάμνος δασώδης εκ της οικογενείας των οσπριοειδών», σημειώνει ο Αρ. Βαλαωρίτης (Άπαντα, εκδ. Φιλολ. 2, 197). Οι αρχαίοι έλεγαν: «Μη . . . Περισσότερα

ἀητός

Ἀητὸς § ἀετός. Π. Σήμερα ᾿στεφανώθηκε Ἀητὸς τὴν Περιστέρα. Σημ. Καὶ οἱ δύο τύποι ἀρχαιότατοι. Ὁ Βυζ. μόνον τὸν β΄ τύπον σημειοῖ. βλ. και αετός (ο)

αθεμωνιά ή αθημωνιά

σωρός από δέματα σιταριού, κριθαριού ή άλλων δημητριακών, σιμά στ΄ αλώνια, προκειμένου να φυλαχτούν, όταν έρθει η σειρά τους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀθεμωνιὰ:  /ἡ/ = θημωνία, στιβὰς δεμάτων σίτου ἤ ἄλλων δημητριακῶν ἐν ἀναμονῇ τοῦ ἁλωνισμοῦ . Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀθεμωνιά καί θεμωνιά . . . Περισσότερα

ακάμωτος -η -ο

ο ημιτελής, ο μη καμωμένος, ανεπεξέργαστος συνώνυμο: αγένωτος φράσεις: «έχω μια κάδη γιομάτη ελιές ακάμωτες», δηλ. δεν τις πήγα στο λιτρουβειό για στύψιμο. – «έχεις ελιές ακάμωτες;» – «Το ψωμί είναι ακάμωτο», δηλ. δεν είναι έτοιμο για να πάει στο φούρνο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκάμωτος § . . . Περισσότερα

ἀκνᾶτος -η -ο

Ἀκνᾶτος -η -ο:  (Λ. agnatus) = γνήσιος, ἀκραιφνής, ἀμιγής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἁκνάτο, § ἁγνόν, ἄδολον, καθαρόν. Π. ἁκνάτο γαῖμα = καθαρὸν αἷμα, ἁκνάτο κρασὶ = ἄδολος οἶνος. Σημ. Ἐκ τοῦ ἁγνὸς τροπῇ τοῦ γ εἰς κ κατὰ τὰ γναφεύς, κναφεύς. Ἡ κατάλ. Ατο ἐν πολλοῖς εὕρηται, οἷον . . . Περισσότερα

ακουρμάζομαι ή ακουρμαίνομαι

ακούω με προσοχή κάτι, αλλά και ακούω κρυφά, ρίχνω αυτί: «Για ακουρμάσου τι λένε, κι έλα πες μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀκουρμάζομαι:  (ἀκρόαμα) = ἀκροῶμαι, ἀκούω μετὰ προσηλώσεως. Ἀκουρμαίνομαι:  (ἀκρόαμα) = ἀκροῶμαι, ἀκούω μετὰ προσηλώσεως. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ακουομαίνομαι, ωτακουστώ. Κρυφακούω, ακούω . . . Περισσότερα

αλατρεύω

οργώνω το χωράφι με το αλέτρι. «Γύρω ζευγάρια αλάτρευαν…» (Σικελ. Αλαφρ.). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλατρεύω § σκάπτω διὰ τοῦ ἀρότρου. Σημ. Ἐκ τοῦ ἀροτριεύω (Σύλλ. 1, 16). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

αλαφιάζω -ομαι

τρομάζω ξαφνικά, τρέχω καταφοβισμένος, όπως το ελάφι: «Αλαφιάστηκε τ΄ άλογο και τον γκρέμισε» – «Τ΄ άκουσα κι αλαφιάστηκα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλαφιάζω -ομαι:  (ἔλαφος) = τρομάζω σὰν ἐλάφι, καταπλήσσω -ομαι, ὑποπτεύομαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο ρήμα και φυσικά είναι . . . Περισσότερα

αλέτρι (το)

το γνωστό και ως Ησιόδειο αλέτρι. Απ΄ την εποχή του Ησίοδου (750-700 π.Χ.) και παλιότερα παρέμεινε μορφολογικά, κατασκευαστικά και λειτουργικά το ίδιο. Σύμφωνα με τα Λευκαδίτικα δεδομένα η ονομασία των μερών του αλετριού είναι: 1) ο χερουλάτης 2) η αλετροπόδα 3) το υνί ή γενί 4) το σταβάρι 5) το . . . Περισσότερα

ἀλλαξομουσουδιάζω

Ἀλλαξομ(ου)σουδιάζω:  (ἀλάσσω –  Ἰ. muso) = μεταβάλλω ὄψιν προσώπου πρὸς τὸ χειρότερον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀλλαξομουσουδιάζω § ἀλλάζω ὄψιν, μορφὴν ἐξ ἀσθενείας ἢ κακοπαθείας. Π. Ποῦ πᾶς γαϊτάνι νὰ σαπῇς, ᾿γκόλφι μου ν᾿ ἀραχνιάσῃς, γαρούφαλλο βενέτικο ν᾿ ἀλλαξομουσουδιάσῃς; Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου βλ. και αλλαξομουδιάζω

ἄμεστος

Ἄμεστος § ὁ μὴ μεστός, οὔπως συνεστηκώς, ἄωρος· Π. τὸ γέννημα εἶναι ἀκόμη ἄμεστο = ὁ σῖτος οὔπως συνέστηκε.

Click to listen highlighted text!