Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ηλία Γαζή

αμούργος -α -ο και ἀμούργιος -α -ο

άβραστος, άψητος. «Τα λάχανα είναι αμούργα. Βιάστηκες να τα κατεβάσεις απ΄ τη φωτιά» αμάσητος: όταν από βία ή λαιμαργία καταπίνουμε το φαγητό αμάσητο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμούργιος -α -ο και ἀμοῦργος -α -ο :  (ἀ-μαργάω) = ἄβραστος, ἄψητος, κακοβρασμένος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀμοῦργο = . . . Περισσότερα

αμπελοκλάδι (το)

αμπελόβεργα. μτφρ. ασθένεια του λαιμού, πολύποδας. Κατάρα: «Εσύ, βγάλε τ΄ αμπελοκλάδι κι άσε μας» – «Μπα π΄ να βγάλεις τ΄ αμπελοκλάδι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμπελοκλάδ(ι):  /τὸ/ (ἄμπελος-κλάδος) = κεκομμένος ἄφυλος κλάδος ἀμπέλου: «βγάλ’ τ’ ἀμπελοκλάδ» = σκασμός, γίνε ἄφωνος ὅπως τὸ ἀμπελοκλάδι. Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

αμποδάω

εμποδίζω, απαγορεύω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμποδάω:  (ἐν-πεδάω) = ἐμποδίζω, ἀπαγορεύω, δεσμεύω, προκαλῶ εἰς ἄνδρα γεννετήσιον ἀνικανότητα διὰ μαγγανειῶν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀμποδάω = ἐμποδίζω, τόν ἀμπόδισα νά μπεῖ μέσα (τόν ἐμπόδισα νά μπεῖ μέσα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

αμπώνω

σπρώχνω, απομακρύνω, απαλλάσσομαι από κάτι δε βάρος άλλου: «αμπώνω τις μέρες μας» – «Αμπώνομαι τις μέρες», απαισιόδοξος λόγω ηλικιωμένων. «Του την άμπωσα τη βάρκα», δηλ. τον κατέδωσα, του ΄καμα κακό, τον εκδικήθηκα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμπώνω:  (ἀπὸ-ὠθέω -ῶ, ἄπωσις) = ἀπωθῶ, ἀπομακρύνω, ἀπαλλάσσομαι ἁνεπιθυμήτου πράγματος . . . Περισσότερα

αν(η)φορά (η)

το αντίδωρο, μικρό κομμάτι λειτουργιάς που προσφέρει  ο ιερέας στο τέλος της λειτουργίας, σε όσους εκκλησιάσθηκαν. (ανηφορά) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀν(η)φορὰ:  /ἡ/ (ἀνὰ-φορὰ) = τὸ ἀντίδωρον, τὸ διδόμενον κατὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς θείας λειτουργίας ὑπὸ τοῦ ἱερέως εἰς τοὺς ἐκκλησιασθέντας τεμάχιον ἄρτου. Tα Λευκαδίτικα – . . . Περισσότερα

ανάκαρα (η)

ψυχική και σωματική δύναμη «Δεν έχω ανάκαrα να σηκωθώ» – «»Δεν νιώθω ανάκαρα για τίποτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνάκαρα:  /τὰ/ (ἀνὰ-κέαρ) = ψυχικὴ δύναμις, ἐπάρκεια σωματικῶν δυνάμεων. «δὲν ἔχω ἀνάκαρα νὰ σ’ κρίνω». Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν έχει λέμε ανάκαρα, τόσο αδύναμος. . . . Περισσότερα

ανάλατο (το)

το μέσα ξίγκι του χοίρου, που έχει ιαματικές ιδιότητες. Διατηρείται πάντα χωρίς αλάτι και το χρησιμοποιούν για εντριβές και επαλείψεις, π.χ. στο ξύλιασμα και τους μαγουλίτες. Το ανάλατο είναι γενικότερα γνωστό ως λυτός: ΒΑΛ. Φωτεινός, Β΄302 – «και φέρε λίγο ανάλατο. Μ΄ αυτό τ΄ αγριοκαίρι / εθύμωσε το χέρι μου, . . . Περισσότερα

ανάμα (το)

μαύρο κρασί που χρησιμοποιούν οι ιερείς για τη μετάληψη, αλλά και τον εμποτισμό των εορταστικών άρτων στο κέντρο της σφραγίδας. Κάθε καλό κρασί στο νησί το λένε ανάμα. φράση: «Μου έφεραν ένα κρασί σωστό ανάμα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνάμα: /τὸ/ (νᾶμα, ἄναιμον) = ὁ μαῦρος . . . Περισσότερα

αναπιάζω -νω

κάνω την προπαρασκευαστική εργασία για το ζύμωμα του ψωμιού. Λιώνω το προζύμι και το ανακατεύω με αλεύρι για ζύμωμα. «Αναπιάζομε τα προζύμια της νύφης» ή «τα προζύμια του γαμπρού». Είναι κοινή η φράση και πασίγνωστη: «αναπιάζω προζύμι». Δημ. τραγ. : «Φκήσου με, μάνα μ΄, φκήσου με στο δόλιο μου προζύμι, . . . Περισσότερα

αναργεύω και ἀναργιεύω και αλαργεύω

τοποθετώ τα πράγματα ανάρια-ανάρια. πχ. τα φυτά στις βραγιές. φράση: «Ανάργεψε το κοπάδι σου από τα σπαρτά μου» – «Ανάργεψε από το σκυλί μη σε δαγκάσει» αμετάβατο: απομακρύνομαι, ξαλαργεύω: «Ξαλάργεψα απ΄ τον καυγά, φοβήθηκα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀναρ(γ)ιεύω:  (ἀνὰ-αἵρω-ἀραιὸς) = ἀποχωρίζω πράγματα πρὸς ἀραίωσιν, ἀπομακρύνω, . . . Περισσότερα

ανασγουρλεύω

ψάχνω να βρω κάτι, ανασκολεύω, ανακατεύω. «Τι ανασγουρλεύεις στην κασέλα;» μτφ. «Μην ανασγουρλεύεις τώρα τι σου ΄παν και τι μου ΄παν! Πας φιρί φιρί για καυγά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνασγουρλεύω:  (ἀνὰ-  Ἰ. scagliare) = ἀναμοχλεύω, ἀνασκαλεύω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀνασγουρλεύω = ἀνακατεύω, ἀνασγουρλεύω . . . Περισσότερα

ανασταίνω

δίνω μεγάλη βοήθεια σε κάποιον, ευωδιάζω, μοσχοβολάω. «Εγώ τον ανέστησα και τον έσωσα από την χρεωκοπία» – «Ανασταίνει όλη η γειτονιά από τη μοσχοβολιά του κήπου μας» – «Το τριαντάφυλλο ανασταίνει (=μοσχομυρίζει) – «Το φαΐ πόφτιαξες ανασταίνει, μοσχοβολάει..». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνασταίνω:  (ἀνίστημι) = ἐγείρω . . . Περισσότερα

ἀναφταγούγα

Ἀναφταγούγα = ἀφθορία, ἀναβγατισιά, κάτι πού δέν πληθαίνει, δέν αὐξάνει. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής (Σημείωση: Στο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος του Π. Κοντομίχη και στα Λευκαδίτικα του Χρ. Λάζαρη αναφέρεται ως «αναφτα(γ)ούρα (η)«).  

ανέμη (η)

καλαμένιο σύνεργο γύρω στο οποίο μπαίνει η ματσέτα του νήματος και με την περιστροφή της ανέμης που ενεργείται με το ανεμίδι, η κλωστή περνάει και γεμίζει τα μικρά καλαμένια μασούρια του ανεμιδιού. Έχει σχήμα πολυγωνικό, κολούρου κώνου και αποτελείται από σταυρούς και καλάμια. Η ανέμη στηρίζεται στον ορθοστάτη ή ανεμοστάτη, . . . Περισσότερα

ανεμίδι (το)

το συμπληρωματικό σύνεργο της ανέμης. Αποτελείται από τη βάση, τη ρόδα και τη σιδερόβεργα, που φέρνει μασούρια που γεμίζουν νήμα από τη ματσέτα της ανέμης. (Το νοικοκυριό του χωριάτικου σπιτιού στη Λευκάδα, σελ 131). Δημ. τραγ. «Τ΄ ανεμίδι σου ασημένιο, κι η κλωστή σου είναι χρυσή». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

αντ΄ράβδι και ἀντιράβι (το)

αντιράβδι, σύνεργο για το στούμπισμα (εκκοκισμό) του καλαμποκιού και μερικών οσπρίων, όπως τα κουκιά, τα ρεβίθια το αγριοκόκκι και η φακή. Το αντράβδι αποτελείται από δυο ραβδιά που συνδέονται μεταξύ τους στην μια άκρη με σκοινί ή σύρμα. Ο γεωργός καθισμένος κρατεί το μεγαλύτερο ραβδί και με το άλλο που . . . Περισσότερα

αντ(ι)γάρω

αυθαδιάζω, φέρνω έντονη αντίρρηση. «Μη μ΄ αντ΄γάρεις» – «Εσύ όλο μ΄  αντιγάρεις …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντ(ι)γάρω:  (ἀντὶ-ἐγείρω, γαρύω Λ. antiquo) = ἀντιλέγω, ἀντιπροβάλλω, διαφωνῶ, αὐθαδιάζω. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀντιγάρω = φέρνω ἀντίρρηση, διαφωνῶ μέ κάποιον, τοῦ ἀντιγάρω (τοῦ φέρνω ἀντίρρηση). Το Γλωσσάρι . . . Περισσότερα

αντένα (η)

κεραία πλοίου, ανεμόμυλου, ασυρμάτου, ραδιοσταθμού κτλ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντένα: /ἡ/ (Ἰ. antenna) = κεραία ἱστοῦ ἥ ἀνεμομύλου, μπαλαίνα ὀμβρέλλας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἀντένα (ἡ): κεραία ἱστοῦ, (BEN. antèna). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου ­Ἀντένα = οἱ ἀκτίνες τοῦ ἀνεμόμυλου, ἤ . . . Περισσότερα

ἄντζα (η)

η κνήμη και  άτζα (η) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄντζα:  /ἡ/ (ἀντίον, Ἰ. ansa) = γαστροκνήμιον, κνήμη, γάμπα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἄντζα = γάμπα.   Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

αντί (το) και ἀντίδι

κυλινδρικός άξονας ξύλινος γύρω από τον οποίο περιτυλίγεται το ύφασμα του αργαλειού: Αυτό είναι το μπροστινό αντί, γιατί υπάρχει και το πισινό, στο οποίο περιτυλίσσεται το νήμα του αργαλειού. Σε καταγραφή του 1724 διαβάζομε: «Ένας αργαλειός με δύο παλιομίταρα, με το ξυλόχτενο και το αντί του» (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) Λεξικό . . . Περισσότερα

αντριμίδα, ἀντριμίδι, ἀντρομίδα και ντρεμίδι (το)

ελαφρό μάλλινο σκέπασμα του σπιτικού αργαλειού σε ποικίλους χρωματισμούς. Στην επιφάνεια του σχηματίζονται χρωματικά τετράγωνα, τα λεγόμενα φελιά. Υφαίνονται με φάδι-στημόνι μάλλινο. Σε καταγραφή του 1724 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: «Δυο τριμίδια, το ένα μοσότριβο». Σε προικοσύμφωνο του 1728: «Αντρομίδι κροκιδένιο ένα». [Σημ.: η αντριμίδα παλιότερα λεγόταν και γραφόταν αντρομίδι . . . Περισσότερα

ἀξάγκλιος

Ἀξάγκλιος = ἀχτένιστος, μπερδεμένα μαλλιά, εἶναι ἀξάγκλιος (εἶναι ἀχτένιστος). βλ. αξάγκλιαστος -η -ο  και  αξάγκλιγος

απ(ι)θαμή (η)

η σπιθαμή, π΄θαμή – μέτρο μήκους για μικροαποστάσεις και παιγνίδια εδάφους. «μια απιθαμή τόπος είναι» και «μια πιθαμή άνθρωπος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπ(ι)θαμὴ: /ἡ/ = σπιθαμή, πιθαμή, τὸ ἄνοιγμα τοῦ μεγάλου δακτύλου καὶ τοῦ δείκτου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀπιθαμή = σπιθαμή, τό μῆκος . . . Περισσότερα

απ(ι)νομής (επίρρ.) και ἀπινωμῆς

εξαιτίας κάποιου, για το χατήρι κάποιου. «Γι απ΄νομής σου, υποχωρώ» – «πλήρωσα εγώ τα σπασμένα γι απινομής/απνομής σου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπινομῆς: /ἐπίρ./ (ἐπινομή, ἐπινομία) = πρὸς χάριν, ἐξ εὐνοίας, ἐξ αἰτίας, «γι’ ἀπνομῆς σ’ θὰ στὸ δώκω φτνό». «γι’ ἀπνομῆς σ’ θὰ πάω στ’ . . . Περισσότερα

απαλό (το)

το μαλακό μέρος της κεφαλής των νεογέννητων, στο μετωπικό οστό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπαλὸ: /τὸ/ = μαλακὸν τμῆμα τῆς κεφαλῆς βρέφους κατὰ τὴν κρανιακὴν πηγὴν (τὸ σημεῖον ἐπαφῆς τοῦ μετωπικοῦ καὶ τῶν δύο βρεγματικῶν ὀστῶν). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἁπαλό = τό μαλακό σημεῖο . . . Περισσότερα

απαντάω

εκτός από τις κοινές έννοιες: συναντώ, αποκρίνομαι, έχει και την έννοια του προστατεύω, υπερασπίζομαι: «Το χωράφι απαντιέται, το ΄χομε για βοσκή». Έβαναν μάλιστα και ειδικά σύμβολα απαγόρευσης, κατά το εθιμικό δίκαιο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπαντάω: (ὑπ-ἀπὸ-ἀντάω) = συναντῶ, ἀποκρίνομαι, ἀπαγορεύω, ὐπερασπίζομαι, «τὸ χωράφ’ ἀπαντιέται γιὰ . . . Περισσότερα

απασπάλωτος -η -ο

ο μαλακός, ο τρυφερός, ο παταλός «Μωρέ απασπάλωτο …» – «Αυτό το αυγό είναι απασπάλωτο», δηλ. δεν έχει γερό (πετρώδες) τσόφλι. «Καλά, είσαι μπιτ απασπάλωτο και σου πέσαν τα ποτήρια από τα χέρια;» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπασπάλωτος -η -ο: (ἀ-παιπάλη) = μαλακός, τρυφερός, βρεφώδης. Tα . . . Περισσότερα

απέ

Βλέπε: κιαπέ Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπὲ (ἀπαὶ): ἔπειτα, ἐν συνεχείᾳ, περαιτέρω, ὅθεν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀπέ = μετά, ἔπειτα, κι ἀπέ αὐτά πού λές ἐσύ (καί μετά αὐτά πού λές ἐσύ). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Click to listen highlighted text!