Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων

γιώσιμο (το)

σκούριασμα κάλκινου ή σιδερένιου σκεύους. «Έγιωσαν τα κουτάλια μας, θέλουν καλάισμα» (τότε που χρησιμοποιούσαν σιδερένια κουταλοπήρουνα). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης γιώσιμο (τό): σκούριασμα, ὀξείδωση, ἀποκασσιτέρωση χύτρας. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου Γιώσιμο = σκούργιασμα, ὀξείδωση, ἀποκασσιτέρωση χύτρας ἀπό χάλκημα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – . . . Περισσότερα

γκαβίλια (η)

εργαλείο «σχοινοδεσμικής» των ναυτικών σόφισμα, δόλιος όρος συμφωνητικού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γκαβίλια (Ἰ. caviglia) = πάσσαλος, κέστρα, γόμφος, αἰχμηρὸν ἐργαλεῖον σχοινοδεσμικῆς τῶν ναυτικῶν. (Ἰ. cavillo) = σόφισμα, ἐπινόημα, δόλιος ὅρος συμφωνητικοῦ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης γκαβίλια (ἡ): πάσσαλος, κέστρα, γόμφος, αἰχμηρόν ἐργαλεῖον σχοινο­δετικῆς τῶν . . . Περισσότερα

γουλί (το)

σφαιροειδές και λείο λιθάρι, βότσαλο, Βαλαωρίτης, Φωτεινός, άσμα Α΄: «Με το σφυρί του ένα γουλί το σπα σε δυο κομμάτια / και το σταφνίζει στο καυκί«. το κεφάλι του είναι γουλί (φαλακρός) – ο κουρέας σο ΄καμε το κεφάλι γουλί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης γουλί (τό): . . . Περισσότερα

γούπατο (το)

περιοχή που βρίσκεται χαμηλότερα  από τα γύρω της, γούβα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γούπατο /τὸ/ (γῆ-πατέω -ῶ, κύπη;) = περιοχὴ χθαμαλωτέρα τῶν πέριξ, βαθύπεδον, λεκανοπέδιον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης γούπατο: ἐπίπεδο κάτω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου Από . . . Περισσότερα

γράβαλο (το)

ξύλινο σύνεργο με μακρυά λαβή και σιδερένια απόληξη σε σχήμα Γ. Χρησίμευε για να βγάνουν τις στάχτες και να ξύνουν τις πλάκες του φούρνου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γράβαλος /ὁ/ (γράβδιον) = σιδηροῦν ξέστρον μὲ μακρὰν λαβὴν εἰς σχῆμα Γ χρήσιμον διὰ τοὺς φούρνους τῶν χωρίων. . . . Περισσότερα

γωνιά (η)

το τζάκι, η εστία του χωριάτικου σπιτιού. Η γωνιά συγκέντρωνε όλη την οικογένεια γύρω της, όπου ιεραρχικά υπήρχαν οι θέσεις του παππού, της γιαγιάς, των γονιών και παιδιών. Η πολυύμνητη γωνιά, η ευλογημένη: Γεράσιμος Γληγόρης: «Νοσταλγία» – «Και θα ΄ρθω πάλε, βάβω μου, να σ΄ εύρω στη γωνιά σου, / . . . Περισσότερα

δένδρο (τό)

δρῦς. Ἠ δρῦς κυρίως καλεῖται δένδρον: Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διάκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

διπλολίθι (το)

ξερότοιχος διπλός, χωρίς λάντζα ή τσιμέντο. Βαλαωριτης, Φωτεινός, Β΄: «πλατύς καθάριος οβορός ζωσμένος διπλολίθι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δ(ι)πλολίθι /τὸ/ (διπλοῦς-λίθος) = ξηρότοιχος διπλοῦς ὡς ἡ τοιχοποιΐα τῶν οἰκοδομῶν (ἄνευ συνδετικῆς ὕλης). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης διπλολίθι (τό): ξερότοιχος διπλός, χωρίς συνδετική ὕλη. Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

δόμος (ο)

ο όχθος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Δομὸς /ὁ/ (δόμος) = σειρὰ οἰκοδομημένων λίθων, κάθετος τομὴ τοῦ ἐδάφους, ὄχθος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης σειρά οἰκοδομημένων λίθων, κάθετος τομή ἐδάφους, ὄχθος, (ΑΡΧ = δόμος). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου πρανές, το κάθετα από χώμα χώρισμα . . . Περισσότερα

δριμόχολος (ὁ)

αἰφνίδιος, ὁρμητικώτατος βορειοανατολικός ἄνεμος, (ΑΡΧ. δριμύς – χόλος). Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διᾶκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

δρομάρι (τό)

πᾶν ἐπίμηκες ξύλον ἐν εἴδει λεπτῆς δοκοῦ. Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης, Σχόλια στόν Ἀθανάσιο Διᾶκο, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1907.

εμπατή (η)

είσοδος, πέρασμα -εμπατή του λιμανιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἐμπατὴ /ἡ/ (ἐμβαίνω) = πόρος, εἴσοδος μάνδρας ἢ περιφράγματος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἐμπατή (ἡ): εἴσοδος. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

έμπος (ο)

ξαφνική θύελλα, καταρρακτώδης βροχή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔμπος /ὁ/ (Ἰ. nembo) = αἰφνιδία λαῖλαψ, βαρεῖα νέφωσις ἑλαυνομένη ὑπὸ θυέλλης, προσεγγίζουσα καταρρακτώδη βροχή. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἔμπος (ὁ): αἰφνίδια λαίλαπα, θύελλα, (ΙΤ. nebbia). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

έρτα (η)

οι πελεκητές πέτρες που τοποθετούν στις γωνιές νεόκτιστου οικήματος. Από τέτοιες πέτρες χτίζονται και ορθοστάτες στις πόρτες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἔρτα /ἡ/ (εἴρω) = ἕκαστος τῶν λαξευτῶν γωνιολίθων ἐξ ὧν κτίζονται οἱ ὀρθοστάται τῶν πυλῶν καὶ τῶν θυρῶν. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἔρτα (ἡ): . . . Περισσότερα

ζαγανάς (ο)

χειροπρίονο μικρό με στενή λάμα. Μερικοί ζαγανάδες είναι κυρτοί, μοιάζουν με ζήτα μικρό (ζ). Υπάρχει τοπωνύμιο Ζαγανάς και παρατσούκλι επίσης (Κώστας Πάλμος, Μεγανησιώτικα, σελ 64). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαγανᾶς /ὁ/ (ἠχητ.) = εὐμεγέθης χειροπρίων μὲ στενὸν ἕλασμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ζαγανάς (ὁ): χειροπρίονο . . . Περισσότερα

ζυγάραις

πιθανόν ἀπ΄ τήν λέξη ζυγά πού σημαίνει ζύγια, σταθμά, ζυγάραις μπερτουέλλαις = μεντεσέδες μέ τό ζύγι.* *ζυγαριά: ὄργανο μέ τό ὁποῖο μετροῦν τό βάρος ἑνός σώματος· ζυγός, ( μσν. ζυγαρέα μέ  συνίζ. γιά ἀποφυγή τῆς χασμ. < *ζυγάρ(ιον) -έα > -ιά, ὑποκορ. τοῦ ἀρχ. ζυγ(ός) -άριον). Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica

ινκαβάρω

σκάβω κατά βάθος, κάνω εσοχή, κοίλωμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἰνκαβάρω (Ἰ. incavare) = κοιλαίνω, σκάπτω ἐσωτερικῶς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἰνκαβάρω: κοιλαίνω, σκάπτω ἐσωτερικῶς, (ΙΤ. incavο). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

ἰνκάβο

Ἰνκάβο /τὸ/ (Ἰ. incavo) = κοῖλον, κοίλωμα, ἐσωχή. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης κοίλωμα, ἐσoχή. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

ινταγιάδο

σκαλισμένο. Σε καταγραφή του 1718 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: «Ένα εικόνισμα με προβάζα ινταγιάδα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἰνταγιάδο: σκαλισμένο, ( BEN. intagliare). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

Click to listen highlighted text!