Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων

ἀριὰ

Ἀριὰ /ἡ/:  ἡ δρῦς ἡ ἀρία, τὸ ρουπάκι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἡ ἀρία, ἡ δρῦς, τό ρουπάκι. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου με την έννοια του αραιά Μια φορά κι έναν καιρό … Φίλιππου Λάζαρη / Επιμέλεια λεξιλογίου Βασίλης Φίλιππας

αρίδα (η)

τρυπάνι διαφόρων μεγεθών. Παροιμία: «Βρήκε η αρίδα το ρόζο». μτφ. το πόδι του ανθρώπου: «Μάζεψε τις αρίδες σου» – «τέντωσα την αρίδα μου». Σε χργρ. του 1728 βρίσκομε: «και μια αρίδα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀρίδα: τρυπάνι, ( AΡX. = ἀρίς). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – . . . Περισσότερα

αρμάρι (το)

ντουλάπι διαφόρων τύπων, μεγεθών και χρήσεων. Κυρίως όμως για τα κουζινικά τρόφιμα και σκεύη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμάρι /τὸ/: ἐρμάριον, ντουλάπι σκευῶν ἢ τροφίμων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἁρμάρι (τό): ἑρμάριον, ντουλάπι. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου Ἀρμάρι = ἐρμάρι, ντουλάπι σκευῶν . . . Περισσότερα

αρμαρόνι (το)

το μεγάλο αρμάρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁρμαρόνι /τὸ/ = μεγάλο ἑρμάριον, ντουλάπα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἁρμαρόνι (τό): μεγάλο ντουλάπι. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

αρμενάλι (το)

«η της οικίας ανωτάτη και μικρή οροφή» (Ιωάννης Σταματέλος, Σύλλαβος). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀρμενάλι (τό): σοφίτα, ὑπερῶον. Ἡ λέξη προέρχεται, ὅπως φαίνεται, ἀπό τήν λέξη ἄρμενα (ΑΡΧ), ἱστία καί ἀκόμη τό σύν­ολο τῶν ἀναγκαίων πραγμάτων γιά τόν πλοῦν τῶν πλοίων. Ἐπίσης ἀρμενίζω = πλέω μέ . . . Περισσότερα

ατσάλι (το)

ο χάλυβας – με πολλές σημασίες και χρήσεις: «Έχει καρδιά ατσάλι» – «στέκει ατσάλι» (=είναι σκληρός και άκαμπτος) – «στέκομαι στ΄ ατσάλι» (=είμαι πανέτοιμος). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀτσάλι (τό): xάλυβας, ΒΕΝ. azzàl. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου  

βάζο (το)

όλα τα μικρά δοχεία που έβαζαν μέσα καφέ, ζάχαρη, τσάι κτλ.. τα ΄λεγαν βάζα. Ο κυκλικός τοίχος των ανεμόμυλων. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης βάζο (τό): δύο μακρυά καί χονδρά ξύλα (συνήθως κορμοί) στό μῆ­κος περίπου τοῦ καϊκιοῦ, ἑνωμένα μεταξύ τους μέ ξύλα ἤ σίδερα κάθετα σέ . . . Περισσότερα

βαριά (η) και βαρειὰ

μεγάλη σιδερένια «σφύρα», που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο μεγάλων λιθαριών και τον τεμαχισμό (σε σχίζες) χοντρών ξύλων με τη βοήθεια σιδερένιων σφηνών. Χρησιμοποιείται επίσης από τους σιδηρουργούς (=γύφτους, χάβρους) για την επεξεργασία εργαλείων. Γενικά η χρήση της βαριάς είναι ποικίλη. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρειὰ /ἡ/ . . . Περισσότερα

βαρκός -ή -ό

τόπος «βαρύς» και σχεδόν πάντα νωπός, υγρός. Η λέξη απαντά σχεδόν πάντα στον πληθυντικό: τα βαρκά. Υπάρχουν πολλά τοπωνύμια στο νησί με την ονομασία αυτή. Τα βαρκά έχουν χώματα παχειά, είναι εύφορα και ευκολόσκαφτα, ανάλογα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βαρκὸς -ὴ -ὸ (βαρὺς -ικὸς) = τόπος . . . Περισσότερα

βένα (η)

φλέβα. Οι φυσικές γραμμές (κύματα ή νερά) της σανίδας, της πέτρας, του μαρμάρου κλπ. φυσική κλίση σε κάτι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βένα /ἡ/ (Ἰ. vena) = φλέψ, ἀρτηρία, φυσικὴ γραμμὴ ἢ ἐγχάραξις ἐπὶ στερεοῦ σώματος, φυσικὴ κλίσις, εὐφυΐα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης βένα (ἡ): . . . Περισσότερα

βέργα (η)

Μικρό, λεπτό και ευλύγιστο ραβδί, κοινώς βίτσα. Οι κληματόβεργες. Οι βέργες μοσχεύματα, που κλαδεύονται από τα αμπέλια επιλεκτικά, για να φυτευτούν σε καλοσκαμμένο, βαθειά, χωράφι για τη δημιουργία νέου αμπελιού, (βλ. αμπελοφύτι). Τις βέργες αυτές τις κάνουν μάτσα και τις χώνουν στο έδαφος, για να μην ξεραθούν, ως τον Απρίλη, . . . Περισσότερα

βιρὰν

Βιρὰν (Π. Τ. βιρὰν) = οἰκία ἀνοικτὴ καὶ ἀφύλακτος, πορτοπαράθυρα ὀρθάνοικτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης βιράν: οἰκία ἀνοικτή καί ἀφύλακτος, ἐρειπωμένη. βιράν (τό): ἐρείπιο, (τουρκοπερσικῆς καταγωγῆς viran). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

βλύχα (η)

βλύχες λέγονται τα αβαθή πηγάδια που υπάρχουν στη Χώρα. Το κάθε σπίτι και το κάθε κατάστημα, ακόμα, είχε τη βλύχα του. Το νερό ήταν υφάλμηρο. Αλλά οι βλύχες ήταν στην εποχή τους χρησιμότατες, όλες οι σπιτικές δουλειές μ΄ αυτές γίνονταν. Πλύσιμο, μαγείρεμα, σφουγγάρισμα κ.λ.π. Δεν έπιναν όμως απ΄ αυτό. Νερό . . . Περισσότερα

βολιός (ο)

σωρός λιθαριών στα χωράφια, αμπέλια κ.λ.π. Όταν γίνεται τακτοποίηση του κτήματος ή όταν σκάβουν (ξεχωνιάζουν) βαθειά για να φυτέψουν αμπέλι. Τότε όλες τις πέτρες που βρίσκουν κατά το σκάψιμο, τις σωριάζουν σε μια γωνιά και κάνουν βολιό. Μεταφορικά στους ανθρώπους σημαίνει: βαρετός, μη δραστήριος, τεμπέλης: «Είναι ένας βολιός και μισός. . . . Περισσότερα

βόλος (ὁ)

ρίψιμο, (ΑΡΧ. βόλος). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου Βόλος, § σφαίρα λιθίνη, δι᾿ ἧς παίζουσιν οἱ παῖδες· § ἡ βολὴ ἢ ἡ άνέλευσις τῶν δικτύων· § εἶδ. σκληροῦ λίθου σφαιροειδοῦς, τὸ μέγεθος ὠοῦ ἔχοντος καὶ ἐπιπολάζοντος εἰς Λευκάδα καὶ τὰς Ἐχινάδας νήσους· ἔχει ἐν τῷ κέντρῳ αὐτοῦ κοίλωμα . . . Περισσότερα

βόλτο (το) ή βόλτος (ο)

στον πληθυντικό: βόλτα και βόλτοι: πρόκειται για θολωτές λίθινες καλύβες σε σχήμα φούρνου (εσωτερικά) στον τόπο του ασβεστοκάμινου. Η ονομασία βόλτο οφείλεται στον τρόπο κατασκευής τους γιατί φκιάχνονται όπως τα βόλτα σε γεφύρια, κυκλικές (άνω) πόρτες, οι γνωστές καμάρες με το σύστημα της κλειδωτής πόρτας. Οι τοίχοι της είναι χοντροί, . . . Περισσότερα

βολύμι (το)

μολύβι γραφής, κοινώς βολυμοκόντυλο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βολύμ(ι) /τὸ/ = μόλυβδος, μολύβι, μολυβδοκόνδυλον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης βολύμι (τό): μόλυβδος, μολύβι. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

βοῦλα

Βοῦλα /ἡ/ (Ἰ. bolla-are) = σφραγίς, σῆμα διακρίσεως, ἐντύπωμα, μικρὸν κοίλωμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης βούλα (ἡ): σφραγίς, σῆμα διακρίσεως, ἐντύπωμα, μικρό κοίλωμα, (IT. bolla). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

βροντάλι -ια (το)

δοκάρια που υποβαστάζουν το γείσο της στέγης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Βροντάλι /τὸ/ (Ἰ. frontale) = ἡ δοκὶς ἡ ὑποβαστάζουσα τὸ γεῖσον τῆς στέγης. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης βροντάλι (τό): ξύλο προεξέχον τῆς στέγης γιά τήν κατασκευή προ­στε­γά­σματος, μαρκίζας, σοάντζας, (ΙΤ. frontale). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών . . . Περισσότερα

βύσαλο (το)

εσφαλμένη γραφή της λατινικής (besalis) και μεσαιωνικής λέξης βήσαλο = τούβλο, «οπτή πλίνθος» που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ως ιδιωματική λέξη και σημαίνει κεραμίδι, κομμάτι κεραμιδιού ή τούβλου. Μεταφορικά: κάθε πράγμα του σπιτιού (αορίστως) ή αγροτικού προϊόντος σε περιπτώσεις καταστροφής από σεισμό, πυρκαγιά, θεομηνία ή κλοπή. Απ΄ αυτό και η σχετική . . . Περισσότερα

γάνα (η)

μουντζούρα, μαύρη σκουριά από το τηγάνι, και άλλα χαλκώματα. διαπόμπευση. Παροιμίες: «Άντρας ψηλός, απόστολος, κοντός πομπή και γάνα …», «Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή  καραμαντάλω». βρισιά μεταξύ γυναικών: «Μωρή γάνα, μωρή κίσσα» (η γάνα εδώ σημαίνει ανήθικη). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γάνα /ἡ/ (γανάω)(περιπεσὸν εἰς ἀντίθετον ἔννοιαν) . . . Περισσότερα

γαύρι (το)

το καθένα από τα δοκάρια που τοποθετούνται χιαστί, για να στηρίξουν ένα άλλο οριζόντιο δοκάρι, το λεγόμενο καβαλλάρης. Πάνω σ΄ αυτό απλώνουν τα δίχτυα οι τρατολόγοι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γαῦρι /τὸ/ (γαῦρος) = ἑκάτερον τῶν χιαστὶ ὀρθουμένων ξύλων πρὸς στήριξιν ἄλλου ὁριζοντίου «καβαλλάρη» δι’ ἅπλωμα . . . Περισσότερα

γιός (ὁ)

σκουριά, ὀξείδωση. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου Γιός = σκουριά, ὀξείδωση. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Click to listen highlighted text!