Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων

αβέρτο (το) και ἀβέρτα (επίρρ.)

ελεύθερο, ανοιχτό. «Το σπίτι δεν το κόψαμε ακόμα σε κάμαρες, είναι όλο αβέρτο» – «μου κάμανε το χωράφι αβέρτο». Επίρρ.: αβέρτα = εντελώς ελεύθερα. «Στην γιορτή χόρεψαν όλοι αβέρτα», «έφαγαν με την ψυχή τους, αβέρτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβέρτος -α -ο (Ἰ. aperto) = ἀνοικτός, . . . Περισσότερα

αγκίδα (η)

βελονοειδής, μικρή σκίζα ξύλου που απρόβλεπτα μας τραυματίζει. «μου τρύπησε το δάχτυλο μια αγκίδα στο πάτωμα» Μεταφορικά: ο πονηρός, ύπουλος και ραδιούργος, που μας ρίχνει σε έριδες. «είναι κακή αγκίδα ελόγου του». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκίδα:  /ἡ/ (ἀκίς) = ἄκανθα, αὶχμή, ἄνθρωπος ραδιοῦργος προκαλῶν διενέξεις. . . . Περισσότερα

ἀγκίστρι (τό)

κατακόρυφα μεγάλα σίδερα μήκους ἑνός περίπου μέτρου καί πλάτους 10 –12 ἑκ., πού ἐτοποθετοῦντο κάθετα πρός τόν τοῖχο, στήν ἐξωτερική πλευρά τοῦ τοίχου μεταξύ τῶν ἀνοιγ­­μά­των καί παραθύρων. Ἀγκίστρωναν καί συγκρα­τοῦ­σαν τά πατωμάτερα τοῦ α΄ ὀρόφου μέ τήν λίθινη ὑποδομή τοῦ ἰσο­γείου. Λέγονταν καί λάμες.

αγκωνάρι (το)

γωνία τοίχο οικοδομής, γωνιακό πελεκημένο λιθάρι, συνήθως παραλληλόγραμμο που χτίζεται στις γωνίες των οικοδομών. ογκώδες λιθάρι: «Σήκωσε ξαφνικά ένα αγκωνάρι και τον χτύπησε» οι τέσσερις γωνίες των οικοδομών: «τ΄ αγκωνάρια του σπιτιού» Παροιμία: Τοίχος δίχως θέμελα, τι τα θέλει τα αγκωνάρια; Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκωνάρι: . . . Περισσότερα

αγκωνή (η)

γωνία, άκρη κάποιου πράγματος. «κι όταν ο γέρος μάντης / εξάνοιξε την αγκωνή (τις πλάτης αρνιού) μελαχρινή λουρίδα που πρόβαινε σαν σερπερό, του θόλωσαν τα μάτια / … κι εκόπηκε η φωνή του» Αρ. Βαλαωρίτης: Αθανάσιος Διάκος, άσμα Γ΄, στ. 109 Ακόμα λέμε, «μια αγκωνή ψωμιού, πίτας κλπ.», επίσης «εσύ κάτσε . . . Περισσότερα

αδειά (η)

ευκαιρία χρόνου, άνεση χρόνου: «να ΄χα τ΄ν΄αδειά σ΄και τ΄πλατωσά σ¨», – «έχεις αδειές και παλτωσές τώρα» – «άμα βρω αδειά, θα έρθω να τα κουβεντιάσουμε». τόπος ανοιχτός, μικρή πλατεία αλάνα, «πάμε να παίξομε εκεί που είναι αδειά;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀδειά (ἡ): μεταξύ τῶν ἄλλων . . . Περισσότερα

ακόνα (η)

μεγάλη πέτρα από ψαμμόλιθο. Τα πετρώματα που έχουν πολλούς ψαμμόλιθους. Και τοπωνύμιο: Ακόνη /-ες. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀκόνα (ἡ): μεγάλη πέτρα ἀπό ψαμμόλιθο. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

ακόνι

λίθος σκληρός και λείος (ναξία λίθος) που χρησιμεύει για το τρούχισμα μαχαιριών, παλιών ξυραφιών, σπαθιών και ψαλιδιών. Απαραίτητο στους παλιούς χασάπηδες και κουρείς: «ἡ ἀκόνη οὐ τέμνει, τά δέ ξίφι ὀξέα ποιεῖ «. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀκόνι (τό): λίθος σκληρός γιά τό τρόχισμα μαχαιριῶν, (ΑΡΧ. ἀκόνη). Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

αλάνα (η)

αμάντρωτη έκταση μέσα στην πόλη ή στα χωριά, όπου μαζεύονται τα «αλητόπαιδα» και παίζουν, γι΄ αυτό ονομάστηκαν αλάνια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀλάνα (ἡ): xῶρος ἀνοιχτός μέσα στήν πόλη (Τ. alan). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

ἀλπέδινο (τό)

ξύλο μαλακό. Ἴσως νά προέρχεται ἀπό τήν προη¬γούμενη λέξη: ἀλβέο-ἀλβέδινο-ἀλπέδινο.

αλπέδο (το)

ειδικό ξύλο για την κατασκευή επίπλων, και κυρίως για παλιές κασέλες. Σε προικοσύμφωνο διαβάζομε: «Και κασέλα αλπεδένια μία» (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀλπέδο (τό): εἰδικό ξύλο γιά τήν κατασκευή ἐπίπλων, προφανῶς εἶδος μαλακοῦ ξύλου. Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

αλτάνα (η)

στενή λουρίδα γης δίπλα σε τοίχο αυλής ή κήπου, όπου φυτεύονται άνθη. Δημ. τραγ.: «Περιβόλι μου οργανωμένο, / μαργαριταροσπαρμένο / πο΄χεις γύρω – γύρω αλτάνες / λεμονιές και μαντζουράνες». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης ἀλτάνα (ἡ): ἐξώστης, πολίτσα (ξύλινες προεξοχές στά παρά­θυρα τοῦ νε­ροχύτη, ὅπου οἱ νοικοκυρές . . . Περισσότερα

άλτρα πάντα (επίρρ.)

από τη μια πλευρά ως την άλλη. Το διαμπερές τρύπημα: «Πέρασε την πρόγκα στο μαδέρι άλτρα πάντα», δηλ. να βγει από την άλλη πλευρά, έξω κι έξω. «Του πέρασε τη σφαίρα άλτρα πάντα» κ.λπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄλτρα πάντα: (Ἰ. altra banda) = διαμπάξ, ἀπὸ . . . Περισσότερα

ἀλφάδι (τό)

Ἐργαλεῖο ἐλέγχου τῆς ὁριζοντιότητας ἤ τῆς κλίσης ἐπιφανειῶν. Εἶχε τήν μορφή τοῦ γράμματος Α ἀπό τό ὁποῖο πῆρε τό ὄνομά του. Εἶναι πρόγονος τοῦ σημερινοῦ ἀλφαδιοῦ πού ἄν καί ἄλλαξε ἡ μορφή του ἐξακολουθεῖ νά δανείζεται τό ὄνομά του, δείχνοντας τήν δύναμη τῆς μνήμης τῆς γλῶσσας. Μέ αὐτό κτίστηκαν τά . . . Περισσότερα

αμπότσο (το)

υπόδειγμα, σχέδιο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμπότσο:  /τὸ/ (Ἰ. abbozzare) = σχέδιον, τύπος, ὑπόδειγμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἀμπότσο (τό): ὑπόδειγμα, σχέδιο, προσχέδιο ζωγράφων, γλυπτῶν, (BEN. abozzo). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου

αντ’γός (αντηγός) (ο)

υπαίθριο αποχωρητήριο, αφοδευτήριο. Ο αντ΄γός (αντγός) ήταν έξω από το σπίτι, στην αυλή, στον κήπο ή αλλού, σιμά πάντα, και αποτελούσε απλώς ένα σανιδένιο ή λαμαρινένιο προκάλυμμα. το πίσω μέρος του σπιτιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντηγὸς:  /ὁ/ (ἀντὶ-ἄγω, Ἰ. antare;) = τόπος προκεκαλυμμένος, ὑπήνεμον, ἀφοδευτήριον, . . . Περισσότερα

αντένα (η)

κεραία πλοίου, ανεμόμυλου, ασυρμάτου, ραδιοσταθμού κτλ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντένα: /ἡ/ (Ἰ. antenna) = κεραία ἱστοῦ ἥ ἀνεμομύλου, μπαλαίνα ὀμβρέλλας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ἀντένα (ἡ): κεραία ἱστοῦ, (BEN. antèna). Λεξικό Ιδιωματικών Οικοδομικών Όρων – Χαρά Παπαδάτου ­Ἀντένα = οἱ ἀκτίνες τοῦ ἀνεμόμυλου, ἤ . . . Περισσότερα

ἀντηρίδα (ἡ)

ἀντέρεισμα, ὑποστήριγμα, ξηρολιθοδομή ἐπί τῶν πρανῶν ἐδάφους γιά ἀποφυγή καταπτώσεων, (ΑΡΧ. = ἀντηρίς).

αντιστύλι (το)

υποστήριγμα, αντέρεισμα, ξύλινο ή σιδερένιο ραβδί, με το οποίο στηρίζει κανείς κάτι (δέντρο, τοίχο κ.λπ.) να μην πέσει. «Έβαλα την πλάτη μου αντιστύλι» – «Και όταν το δέντρο ξεραθεί και γύρει τ΄ αντιστύλι, / Θανάση Διάκο, κι ο Κισσός, το ξέρεις γονατίζει» ΒΑΛ. Αθ. Διάκος, 174. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

αντρίτος ή ντρίτος (ο)

ειλικρινής, ευθύς, ανυστερόβουλος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀντρίτος -α -ο: (Ἰ. a diritto, Ἀλ. dρέjτε) = εὐθύς, εἰλικρινής, ἀνυστερόβουλος. Ντρίτος -α -ο (Ἰ. dritto, diretto, Ἀλ. dρέjτε) = εὐθύς, ἄκαμπτος, εἰλικρινής. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ντρίτος-α -ο: εὐθύς, κατ’ εὐθείαν, (ΒΕΝ. diritto, dritto). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων . . . Περισσότερα

αρβάλι (το)

μεταλλική ή πήλινη (στα πήλινα σκεύη) λαβή που έμπαινε ή καρφωτή ή συσσωματωμένη στο σκεύος, ανάλογα με τη φύση των αντικειμένων. Τα αρβάλια στα μεγάλα σκεύη ήταν δύο, όπως π.χ. στα καζάνια, στους λέβητες, στις κατσαρόλες, στα λαγήνια, στους μπότηδες, στους μαστέλλους κ.λπ., και ήταν διαφόρων σχημάτων και μεγεθών. Τοποθετούνταν . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!