Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα

χάζι

Χάζ(ι) /τὸ/ (Τ. χὰζ) = θέαμα, θεαματικὴ τέρψις. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Κάνω χάζι, το απολαμβάνω. Από το τουρκικό haz, η ευχαρίστηση. Σχετικό είναι και το χαζός. Ο Φιλίντας (Ι/Ι84), από το χασμός, χα(ν)δός (συμφυρμός), με παραασχετισμό προς το χάζι (Ανδριώτης) Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

χαζίρι (επίρρ.)

έτοιμος, είμαστε χαζίρι: «εγώ είμαι χαζίρι, εσύ ετοιμάστηκες;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαζίρ(ι) /ἄκλ./ (Τ. χαζὶρ) = ἕτοιμος, ἐν τάξει, ἀμέσως, γρήγορα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Χρησιμοποιείται στην Καρυά ευρύτατα και είναι τουρκικής προελεύσεως hazir. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

χαλέπεδο (το) και χαλεπέδι

ερειπωμένο κτίσμα. «αφήσανε το σπίτι τους κι έγινε χαλέπεδο». Συνήθως αυτά τα χαλέπεδα γίνονταν τόποι αφοδεύσεως των περιοίκων. Η λέξη είναι σύνθετη από την αλβανική χαλές = αποχωρητήριο, και το ελληνικότατο πέδον, όπως γήπεδο, επίπεδο κ.λπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλέπεδο /τὸ/ (χαλεπός, χαλέπτω, ἄλη-πεδίον, ἁλίπεδον;) . . . Περισσότερα

χαλεψούρης (ο)

Αυτό το όνομα έγινε από το χαλεύω και αυτό με τη σειρά του από το χηλή (δωρικό: χαλά) που θα πει όπλη ή νύχια ζώων. «Εδήλωνε» όπως λέει ο Χατζηδάκις «και την του ανθρώπου χείρα». Επομένως εύκολο να σχηματιστεί το ρήμα χαλεύω. Κι ο Ανδριώτης το ίδιο λέγει. Από το . . . Περισσότερα

χαλίπωμα (το)

ο χρόνος από τη δύση του ήλιου ως το σούρουπο, χαλιπώνει, εχαλίπωσε. (βλ. σ΄νέμπασμα). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλίπωμα /τὸ/ (χαλεπός, χαλέπτω) = τὸ λυκόφως, τὸ σούρουπο. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης χαλίπωμα  σούρουπο: ὅπου καί τό τέλος τῆς ἐργάσιμης ἡμέρας, (ΑΡΧ. χαλεπός, χαλέπτω). Λεξικό Ιδιωματικών . . . Περισσότερα

χαμπέρι (το)

είδηση, μαντάτο στον πληθυντικό: τα γεννητικά όργανα του αντρός. «Τι χαμπέρι μας φέρνεις;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαμπέρ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. χαπὲρ) = εἴδησις, πληροφορία, ἄγνοια, ἀδιαφορία, ἀνυπακοή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Χαμπάρι και χαμπέρι. Είδηση. Τα νέα. Γνωστή η φράση. «Τι χαμπάρια, μάστορα;» . . . Περισσότερα

χαμπεριάζω

υπολογίζω, λογαριάζω, σέβομαι κάποιον «Δεν σε χαμπεριάζω, αν ζεις ή πεθαίνεις» – «Αυτός δεν χαμπεριάζει κανέναν». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαμπεριάζω (Ἀ. Τ. χαπὲρ) = ἐνημεροῦμαι, ὑπακούω, σέβομαι, φοβοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Τούρκικης προέλευσης. Haber, υπολογίζω στη φράση, δε χαμπαριάζω, δεν λαμβάνω υπ . . . Περισσότερα

χαρ΄νέμ΄το (επίρρ.)

επιφώνημα ταχταρίσματος χαράς, παιγνιδίσματος, εκδήλωση αγάπης. Λέγεται κυρίως στα μικρά παιδιά. «Μπα, χαρνέμτο, το παιδί, το καμάρ΄ μ΄» – «Είναι … χαρ΄νέστονε, να μην αβασκαθεί» = είναι όλο χάρη κι ομορφιά, λεβεντόπαιδο.  Ισχύει και για τα κορίτσια, βέβαια: «χαρ΄νέμ΄τηνε» ή «χαρ΄νέτη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρνέτο μ΄ ή . . . Περισσότερα

χάφτω

Χάφτω (κάπτω, χαῦνος) = καταπίνω λαιμάργως καὶ κτηνωδῶς χωρὶς νὰ μασσῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Τρώω λαίμαργα η μεταφορικά «τ’οχαψες μωρέ;». Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα κάπτω το οποίο αναφέρει ο Σκαρλάτος, ο λαός το λέει χάφτω. Εξ ου και το «χάφτει μύγες» ο τεμπέλης, επειδή συνήθως έχει . . . Περισσότερα

χάχας (o)

ο βλάκας, νωθρός, αυτός που γελάει διαρκώς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάχας /ὁ/ (ἠχητ. χαίνω, χαῦνος;) = χάσκων, ἠλίθιος, νωθρός, βλάξ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Οι Μπαμπινιώτης και Ανδριώτης λένε «ονοματοποιημένη λέξη από τον ήχο του γέλιου, χα, χα) ή αυτός που χαχανίζει (Κριαράς). Σωστά . . . Περισσότερα

χαψά (η)

η μπουκιά φαγητό «Εφάγαμε μια χαψά και φύβγαμε για τ΄ αμπέλι» – «Μόλις έφαγα μια χαψά» ή «μια χαψά ψωμί τρώω και μου τόβγανες από τη μύτη» Παροιμία: «Η πρώτη χαψά είναι ρουφιάνα / κι η δεύτερη πουτάνα» = με την έννοια ότι η πρώτη μπουκιά διεγείρει την όρεξη στους . . . Περισσότερα

χεριά (η)

μικρή ποσότητα πράγματος, όσην μπορεί να μαζέψει το ένα χέρι. «Μάζεψα μια χεριά λάχανα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χεριὰ /ἡ/ (χείρ -ία) = δράξ, ποσότης πράγματος ὅση δύναται νὰ κρατηθῇ διὰ τῆς μιᾶς χειρός. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από το αρχαίο χειρ (χέρι) έγινε . . . Περισσότερα

χερόβολο (το)

μικρή ποσότητα θερισμένου σιταριού ή βρωμιού που μπορεί να χωρέσει στο χέρι ενός ανθρώπου Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χερόβολο /τὸ/ (χεὶρ-βάλλω) = μία δρὰξ θεριζομένου σίτου κ.τ.ὅ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Η γνωστή δέσμη από στάχυα, όσα χωράει το χέρι (χούφτα), που κόβει το . . . Περισσότερα

χερουλάτης (ο) ή χερολάβι (το)

η λαβή του ξύλινου, του Ησιόδειου, αλετριού ΒΑΛ., Φωτεινός, Α΄:»Ο χερουλάτης έφαγε τ΄ άχαρα δάχτυλά μου …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χερ(ου)λάβ(ι) /τὸ/ (χεὶρ-λαβή, έλαύνω;) = ἡ χειρολαβὴ τοῦ ξυλίνου ἀρότρου (χερουλάτης κατ’ Ἀρ. Βαλαωρίτην). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    «Ο χερουλάτης, έφαγε ΄ άχαρα . . . Περισσότερα

χλιαίνω

ζεσταίνω ελαφρά το νερό. Δημ. τραγ.: «Βάλτε να χλιάνει το νερό και φέρτε το σκαφίδι / φέρτε μεσάλι καθαρό και κόκκινο μαντήλι / και φέρτε μεξόσητα κι αλεύρι σιμιγδάλι / για ν΄  αναπιάσομε κι εμείς της νύφης το προζύμι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χλιαίνω (χλίω) = . . . Περισσότερα

χολοσκάω

Στο χωριό συνηθέστατο. Μη χολοσκάς, καημένα μ» Νιώθω μεγάλη στενοχώρια. Ιατρικά: υπερεκχυλίζει η χολή. Το αρχαίο χολάω (από τη χολή) θα πει μαίνομαι, οργίζομαι, «σκάω από το κακό μου» . Παρακάμπτω τους αρχαίους για να αναφερθώ στο Ιωάννου 7, 23 (της Καινής Διαθήκης) «εμοί χολάτε ότι όλον άνθρωπον υγιή εποίησα . . . Περισσότερα

χούφταλο

Γέροντας καταβεβλημένος (μειωτικό). Με αντιμετάθεση (αλλαγή θέσεως φθόγγων), από το φούχταλο. Αναλυτικότερα: Από το ρήμα κύπτω, σκύβω, σκύφτω, έχομε κούφταλο, χούφταλο και φούχταλο (πρβλ. χούφτα, φούχτα). Γνώρισμα του γέροντος είναι συνήθως η κύρτωση (σκυφτός από χρόνια). Κοίτα πώς έγινε, χούφταλο, δεν έχει ανάκαρα (από το ανάκαρδα, απρόθυμα, αδύναμα).

χυμάω

Χυμάω (χῦμα, χυμάω) = ἐπιτίθεμαι ἀκάθεκτος, χύνομαι ἐναντίον τινός. βλ. και χουμάω Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ορμάω. Εύχρηστος ο αόριστος. Εχύμ(η)σε ο σκύλος ή ο άνθρωπος εξαγριωμένος. Και χουμίζω. Ετυμολογείται πιθανότατα από το αρχαίο χύμα, πλημμμύρα (ρήμα χέω), (Μπαμπινιώτης). Σε μεσαιωνικό κείμενο («Ιμπέριος και Μαρφαρόνα» στ. 544 διαβάζουμε: . . . Περισσότερα

ψίδι (το)

κομμάτι δουλεμένου δέρματος, που χρησιμοποιούν οι μπαλωματήδες «για να βάνουν ψίδια», δηλ. μπαλώματα. «Βάλε μου ένα ψίδι εδώ». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ψίδ(ι) /τὸ/ (ψίω) = τεμάχιον κατειργασμένου δέρματος (ἐκ τοῦ χρησιμοποιουμένου διὰ τὸ ἄνω μέρος τῶν ὑποδημάτων). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Δεν σχετίζεται . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!