Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα

(γ)ήπατα (τα)

γήπατα ήπατα, η δύναμη, η αντοχή, το ψυχικό θάρρος, το κουράγιο. Λέμε: «Μου κόπηκαν τα (γ)ήπατα, όταν το έμαθα». Οι γέροι και οι ασθενείς λένε: «Δεν έχω, γιε μου, (γ)ήπατα για τέτοια». Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Α’ «…και στην αλετροπόδα μου έλειωσαν τα ήπατά μου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

(ο)λοίσθια

Γνωστή φράση στο χωριό, για κάποιον που «είναι στα τελευταία του». Ήρτε (ή έφτασε) στα ολοίσθια, να πεθάνει. Η προέλευση της αρχαίας (πνέει τα λοίσθια – ψυχορραγεί). Την ετυμολογούμε γιατί είναι συνηθέστατη και ιδιωματική, όπως ακούγεται. Και γιατί δείχνει πως η γλώσσα μας είναι ενιαία και εν χρήσει μέχρι τις . . . Περισσότερα

(Σε δυο) μποσούς

Δηλαδή σε δυο ποσότητες, μέρη. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ποσό(ν), που κατά την γραμματική, είναι ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της αόριστης επιθετικής αντωνυμίας ποσός -ή -όν (αντίστοιχης της ερωτηματικής), η ποσότητα. Η μηχανή της γλώσσας έπλασε τον (αδόκιμο γραμματικά) τύπο στον πληθυντικό (μ)ποσούς, με την προσθήκη σε μας του -μ- (από . . . Περισσότερα

α(γ)πανωθιός (ἀπανωθιὸ(ς)) (επίρρ.)

επάνω, από πάνω του στέκει με πολλή στοργή και ελπίδα εκείνος που φορτικότατα, ενοχλητικά στέκει δίπλα (πάνω) από τον άλλο. «Πήγαινε, παιδάκι μου, και λίγο πιο πέρα, τι στέκεσαι αγπανωθιός μου!». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπανωθιὸ(ς):  /ἐπίρ./ = ἐπάνωθεν, μετὰ στοργῆς, τὸ προστατεύειν τινὰ μετ’ ἀδιαπτώτου . . . Περισσότερα

αβανιά (η)

βλάβη, συκοφαντία, ρετσινιά, φρ. «μου κόλλησαν μια αβανιά» ή «μ΄αφήνουν εμένα οι αβανιές των παλιανθρώπων να προκόψω;» – «έπεσα σε αβανιές και την έπαθα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβανιὰ:  /ἡ/ (Ἰ. avania) = ἀδίκημα, παρεκτροπή, λαθροχειρία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Με βρήκε ή σε βρήκε . . . Περισσότερα

αβάντα (η)

βοήθεια, στήριγμα. φρ. «βάστα μου αβάντα». Συχνά έχει επίμεμπτη σημασία. φρ. «αυτός έχει πολλές αβάντες». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβάντα:  /ἡ/ (Ἰ. avanti) = ἐπικουρία, ἐνίσχυσις, ὄφελος, κέρδος (οὐχὶ ἀμέμπτου ἐνίοτε προελεύσεως). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Το ιταλικό avanti, που θα πει εμπρός ή . . . Περισσότερα

αβανταδόρος (ο)

αυτός που κάνει αβάντες. Η λέξη έχει πάντα καλή σημασία. Συνήθως ο αβανταδόρος είναι ανυπόληπτος, ζει από ύποπτες χρηματικές παροχές, υποστηρίζει ανθρώπους πονηρούς ή και ανήθικους. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβανταδόρος:  – ὁ –  (Ἰ. avanti) = ἐπίκουρος, ὑποστηρικτής, βοηθός, ἐνθαρρυντής. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

αβαντσάρω

έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε. πχ. «αβατσάρω 50 κιλά λάδι» ή «πεντακόσιες δραχμές από τον τάδε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβαντσάρω:  (Ἰ. avanzare) ἔχω λαμβάνειν, ὑπερέχω, προηγοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    από το ιταλικό avanzare, το οποίο έχει δύο σημασίες. Η πρώτη, . . . Περισσότερα

αβγατίζω ή αὐγατίζω και αβγαταίνω

αυξάνω κάτι, αμετ. = αυξάνομαι. πχ. λέμε ότι το ρύζι, τα μακαρόνια κλπ αβγατίζουν στο βράσιμο. Και ακόμα: «αυτός αβγάτισε την περιουσία του δουλεύοντας μέρα νύχτα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αὐγατίζω (ἐκ τῆς δμτ. αὐγόν, αὐγᾶτος, Ἰ. aumentare) = πληθύνω, ἐπαυξάνω, πολλαπλασιάζω. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αγάντα (επιρρ.)

Ναυτικός όρος, προστακτική του ρήματος αγαντάρω που πήρε την σημασία επιρρήματος = δύναμη, αντίσταση. Φράσεις: «κάνε αγάντα» = πιάσου και κρατήσου καλά ή απλή παρακέλευση: «αγάντααα…» = βάστα καλά. Στα λιμάνια αγάντες λένε τους στύλους ή πασσάλους που δένουν τα πλεούμενα: «έχει πολλές αγάντες εδώ ο μώλος». Έχει την σημασία . . . Περισσότερα

αγάς (ο)

Έτσι «στόλιζαν» οι νοικοκυρές τους άντρες τους. Αφέντης, νοικοκύρης. Μτφρ. ο αυταρχικός, δεσποτικός. «Που είναι αυτός ο αγάς;»

αγγειό (το)

σκεύος ποικίλης μορφής και χρήσης. Έχει και μεταφορική έννοια, υποτιμητικά, «είσαι καλό αγγειό και λόγου σου», «αυτός είναι κακό αγγειό» = ύπουλος, καταχθόνιος. Για τα άτακτα παιδιά λέμε: «δεν κάνει τ’ αγγειό σου καλό νερό» κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αγγείον, οικιακό σκεύος, ουροδοχείο ή αλλιώς . . . Περισσότερα

αγγελοκρούζω

προξενώ σε κάποιον πόνους  το παθητικό αγγελοκρούζομαι = φοβάμαι πολύ. «Μόλις τους είδα αγγελοκρούστικα», εξού και η κατάρα, «μωρέ αγγελοκρουζμένο που ‘να μ΄ εύρει ο χρόνος». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγγελοκρούζω:  (ἄγγελος – κρούω) = προκαλῶ δριμὺν καὶ αἰφνίδιον πόνον, αἰφνιδιάζω, τρομοκρατῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αγκαθός (ο)

κομμάτι καρβελιού, αγκαθωτό και από γωνία. «φάγε αγκαθό να σ’ αγαπάει η πεθερά σου». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκαθὸς:  /ὁ/ (ἀ – κανθός, ἄκανθα) = τεμάχιον ἄρτου «καρβελιοῦ» κοπτόμενον ἐλλειψοειδῶς ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν περιφέρειαν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Από την αρχαία λέξη κανθός με . . . Περισσότερα

αγκελώνω ή αγκυλώνω

κεντώ κάποιον με μυτερό αντικείμενο, βελόνι, αγκάθι κλπ. «πήγα να κόψω ένα τριαντάφυλλο και αγκελώθηκα», «έκοβα βάτα και αγκελώθηκα». Μεταφορικά: «τα λόγια αγκέλωσαν την καρδιά μου», «τα αγκάθι που αγκελώνει δεν φαίνεται (για τους ύπουλους που μας κάνουν κακό αναπάντεχα και αιφνίδια)», «η αγάπη είναι αγκάθι π’ αγκελώνει την καρδιά . . . Περισσότερα

αγκούσα ή αγγούσα (η)

στενοχώρια, θλίψη. «έχω μεγάλες αγγούσες… μου τρυπάνε την καρδιά», «μόδωκες μεγάλη αγγούσα με αυτά που ‘πες», «μ’ αγγούσεψες…». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκοῦσα:  /ἡ/ (ὄγκος, ἄγχος, Ἰ. angoscia) = θλίψις, στενοχωρία, μελαγχολία. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Με -γκ-. η συνηθισμένη σε μας σημασία (γιατί . . . Περισσότερα

αγωνιέμαι

Στο χωριό (ιδίως μεταξύ γυναικών) ακούμε: Τι (α)γωνιέσαι μαρή;  Δηλαδή τι προσπαθείς να κάμεις; Τι ταλαιπωρείσαι; Το ρήμα αγωνίζομαι, με το οποίο η λέξη μας σχετίζεται έχει γενικότερα την έννοια του προσπαθώ, παλεύω, ταλαιπωρούμαι, κοπιάζω.

αδερφομοίρι (το)

το μερίδιο του αδερφού από κληρονομιά γονέων. το μερίδιο του άκληρου πεθαμένου αδερφού. κτήματα «αδερφομοίρια». φράση: «είμαστε αδερφομοίρια …» λένε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λέμε: αυτά τα χωράφια είναι αδερφομοίρια, δηλ. είναι εξ ίσου μοιρασμένα σε δύο αδέρφια από κληρονομιά. «Μοίρα» είναι το μερίδιο. Από το . . . Περισσότερα

αδικιά

Ιδιοτυπία στον τονισμό. Λέμε: «Είναι αδκιά», δηλ. αδικία.

αἵρεσ(ι)

Αἵρεσ(ι):  /ἡ/ (αἱρέω) = ἐπίμονος ἐρέθισις. «μ’ σήκωσ’ αἵρεσις». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης η φράση: «μου σήκωσε αίρεση» είναι φαίνεται καθαρά δική μας, καρσάνικη. Οι Λάζαρης και Κοντομίχης καταγράφουν τον τύπο της παθητικής μετοχής, ρεσεμένος (αιρεσεμένος), ο κακομαθημένος, ο ιδιότροπος, με αναφορά ο δεύτερος και στο ουσιαστικό αίρεση ως . . . Περισσότερα

αϊτέρι (το) και ἁϊταίρι

το άλλο μέρος του ζεύγους, δύο ομοίων πραγμάτων, αλλιώτικα και περιφρ. : «Έχασα το κουμπί και δεν βρίσκω ταίρι του». Σε ανθρώπους και ζώα: ‘Έχασε ο δυστυχής το αϊτέρι του» (τη γυναίκα του). Λένε πως, αν σκοτώσουν το ταίρι μερικών πουλιών, όπως του τριγωνιού, πεθαίνουν. Τραγούδι του γάμου: «Ωραία πουν΄ . . . Περισσότερα

αϊτέρνω

Και αϊτάρω, από επίδραση του ιταλικού τύπου ajutare (βοηθώ). Λέμε: «θα τον πάρω να μ΄ αϊτάρει, να με βοηθήσει, δηλαδή (στις ελιές, τον τρύγο κ.ο.κ.). Προτιμητέος ο τύπος του ενεστώτα αϊτέρνω. Ομόηχο του το αϊτέρι.    

ακουρμαίνομαι

Ἀκουρμαίνομαι:  (ἀκρόαμα) = ἀκροῶμαι, ἀκούω μετὰ προσηλώσεως. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ακουρμαίνομαι, ωτακουστώ. Κρυφακούω, ακούω με προσοχή. Από το ακροώμαι, ακρόαμα (και ακρουμάζομαι). Βαλαωρίτης (Διάκος) «και τα παιδιά ακουρμαίνονται» (Σελ. 270). Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης Ἀκουρμαίνομαι § οὐδ. ἀκούω προσεκτικῶς. Σημ. ἐκ τοῦ ἀκρόαμαι. Μεταθέσει μὲν . . . Περισσότερα

αλ(ι)κοτίζω -ομαι και αλικοτίστηκα

αλικοτίζω -ομαι είμαι αδιάθετος, παρουσιάζω συμπτώματα ασθενείας. φράση: «Το παιδί αλ(ι)κοτίστηκε, να φέρομε τον παπά να το διαβάσει. Μπορεί να το αβασκάνανε, δεν φωνάζομε την …τάδε να το ξαβασκάνει;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλ(ι)κοτίζω -μαι:  (Λ. aliquus) = μεταβάλλω ὄψιν ἥ διάθεσιν πρὸς τὸ χειρότερον, ἀδιαθετῶ. . . . Περισσότερα

αλάργα (επίρρ.)

μακριά, σε μακρινή απόσταση. «Είναι αλάργα το χωριό και θ΄ αργήσομε να φτάσομε». αραιά, αραιά: «αλάργα, αλάργα το φιλί, να ΄χει νοστιμάδα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλάργα:  /ἐπίρ./ (Ἰ. allarga. Ἀλ. λjarκ) = μακράν, μακρυά, εἰς ἀπόστασιν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Μακριά. Είναι επίρρημα . . . Περισσότερα

αλατολόγος (ο)

ξύλινο κουτί με κάλυμμα,, όπου, οι παλιοί φύλαγαν το αλάτι. Ο αλατολόγος τοποθετούνταν πάντα στην κουζίνα. Η χρήση του αλατιού δεν περιοριζόταν στο φαγητό μόνο: έκαναν μ΄ αυτό και θεραπευτικά σκευάσματα: «Τρίψε το άλας και ανακάτωσε το με μέλι και με το λάδι και ξίδι … και γίνεται ένα βασιλικόν . . . Περισσότερα

αλαφιάζω -ομαι

τρομάζω ξαφνικά, τρέχω καταφοβισμένος, όπως το ελάφι: «Αλαφιάστηκε τ΄ άλογο και τον γκρέμισε» – «Τ΄ άκουσα κι αλαφιάστηκα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλαφιάζω -ομαι:  (ἔλαφος) = τρομάζω σὰν ἐλάφι, καταπλήσσω -ομαι, ὑποπτεύομαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Χρησιμοποιείται κυρίως ως μέσο ρήμα και φυσικά είναι . . . Περισσότερα

αλαχτά (επίρρ.) και αλλαχτά

με σάστιση, με φόβο, βιασύνη και νευρικότητα. «Σαν αλαχτός κάνεις» – «Έφαγε, αλαχτά, αλαχτά κι έφυγε». βιαστικά – βιαστικά. φράση: «Έφαγα αλλαχτά για να προφτάσω». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἁλαχτὰ:  /ἐπίρ./ (ἅλη) = μὲ σπουδήν, μὲ νευρικότητα, μὲ φρενοβλάβειαν. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Και . . . Περισσότερα

αλετροπόδα (η)

το πόδι του αλετριού, όπου στο μπροστινό του μέρος προσαρμόζεται το γενί. Επίσης, το πισινόξυλο που εξέχει του ποδός και το οποίον πατεί ο ζευγάς για να πάει βαθύτερα το υνί. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλετροπόδα:  /ἡ/ (ἄροτρον-ποῦς) = ὁ ποῦς τοῦ ἀρότρου εἰς τὸ πρόσθιον . . . Περισσότερα

αλόη (η) και ἀλοή

το φυτό αλόη η γνήσια: «έχει πολύ πικρή ρίζα» (από χργρ γιατροόφι). Έχει θεραπευτικές ιδιότητες: «Τρίψον την αλόην με το ξίδι ή με ροδόσταμα, να γένει ωσάν αλοιφή και βάνε συχνά εις τα μηλίγγια, εκείνος οπού έχει πόνους και ζάλην εις το κεφάλι». (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, κωδ. Κατωπόδη . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!