Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάριο Ανδρ. Φίλιππα-Χαριτωνίδου

κυπρέλι

σφαιρικό μικρό κουδούνι που έβαζαν στα οικόσιτα ζώα και στα άλογα

λόντσα

προεξοχή της στέγης μπροστά στο οικήμα, υπόστεγο, προστώο. «λόντσα-λόντσα»: περπατώντας κάτω από τις λόντσες της αγορας της πόλης. βλ. λότζα (η)

Λότα

«Σιόρα Λότα», ίσως με μεταφορική σημασία. Στα ιταλικά lotta σημαίνει διαφωνία, μάλωμα διαμάχη

μοσκέτο (το)

θανατική εκτέλεση με πυροβόλο όπλο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Μοσκέτο /τὸ/ (Ἰ. moschetto) = φόνος διὰ τυφεκισμοῦ, θανατικὴ ἐκτέλεσις. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης είδος ρόδου Ηθογραφίες Λευκαδίτικες, Ανδρ. Φίλιππα Χαριτωνίδου / Επιμέλεια λεξιλογίου Βασίλης Φίλιππας

μουραπάς

αστείο, επαναλαμβανόμενο πείραγμα,, αστειολογία, ειρωνική φράση που διαρκώς επαναλαμβάνεται δημόσια και φωναχτά από διάφορους, αστείο επιγραμματικό, ιστορία, μύθος

μούστρουφας

είδος ψαριού του γένους των βατίδων, σαλάχι / μτφ. ο εξαιρετικά δύσμορφος, άνθρωπος με ζωώδη χαρακτηριστικά προσώπου βλ. μούστροφας (ο)

Click to listen highlighted text!