Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάριο Ανδρ. Φίλιππα-Χαριτωνίδου

αβεντόρος (ο)

ο βοηθός λιτρουβιάρης στα χωριά του νησιού. «Τον έχω αβεντόρο μου…» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀβεντόρος:  /ὁ/ = (Ἰ. avventore) = ὁ πρόσθετος ἑκάστοτε βοηθὸς τῶν ἐλαιοτριβέων εἰς τὰ χωρία (συνήθως εἷς ἐκ τῶν ἀρρένων τῆς οἰκογενείας ποὺ προσκομίζει ἐλαιοκαρπὸν πρὸς ἔκθλιψιν). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

αλυκάρης

υπεύθυνος των λαυκών, φύλακας των αλυκών. Η συγγραφέας (Ανδρομάχη Φίλιππα Χαριτωνίδου στο βιβλίο της «Ηθογραφίες Λευκαδίτικες») είναι πιθανόν να αναφέρεται στον ιωάννη Βρυώνη που είχε το παρώνυμο «Αλυκάρης» και υπήρξε διευθυντής των αλυκών της πόλης πριν και μετά την Ένωση.

άμπακος

[άβαξ, πινακίδα, πλάκα], ανεξιχνιάστος, απροσμέτρητος: «Τρώει τον άμπακα» – «Εδώ είναι … άμπακος», δηλ. ανυπολόγιστα πράγματα, μεγάλες ποσότητες πραγμάτων φύρδην μίγδην, δε βρίσκει άκρη κανείς. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄμπακος:  /ὁ/ (Ἰ. abbaco) = ἀνεξιχνίαστος, πολυγνώστης, σοφός, ἀπέραντος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης «εκείνες παιδί μ΄ . . . Περισσότερα

άσωστος

μισοφτιαγμένος, ατελείωτος, μτφ. για πολύ κοντούς και αδύνατους ανθρώπους

βαρδαλώνα

πιθανόν από το ρήμα βαρδαλωνίζω: γυρίζω, περιφέρομαι από δω κι από κει, χάνω τον χρόνο μου ασχολούμενος με τις υποθέεις των άλλων, κάνω άνω κάτω

βιζίτ

είδος γυναικείου παλτού σε μάυρο χρώμα, το φορούσαν οι γυναίκες των εύπορων τάξεων της πόλης

βολάν

διακοσμητική ταινία γυναικείων ενδυάτων από ύφασμα ή δαντέλα

Click to listen highlighted text!