Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα

«άει στον κόρακα»

«Άει στον κόρακα» εκ του «ες κόρακα», αυτούσιος αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός, και ρ. «σκορακίζω = στέλλω τινά ες κόρακα», σε ξαποστέλλω όπως τα αποφάγια προς βρώσιν στο κόρακα. (Λεξ. Αρχ. Ελλην. Ιωαν. Σταματάκου). Λέγεται ως η πλέον ανώδυνη βρισιά «άει στον κόρακα…», και ο κόραξ –κος, όπως εύκολα συμπεραίνεται, είναι ηχομιμητική . . . Περισσότερα

α(ε)γγαστρωμένη, η

Α(ε)γγαστρωμένη, η: (μτχ. παθ. παρακ. του α(ε)γγαστρώνω) = η εγγαστρωμένη (εν γαστήρ). Επίσης (εν +κύω) = εγκύμων = έγκυος, εγγαστρωμένη. Ετυμ. ρίζα κυ-, εξ ου κύλιξ, κύαθος, κύκαρη, κύμα, κύτος =κοιλότης, κ.λ.π. αγγαστρωμένη

αγγειό (το)

σκεύος ποικίλης μορφής και χρήσης. Έχει και μεταφορική έννοια, υποτιμητικά, «είσαι καλό αγγειό και λόγου σου», «αυτός είναι κακό αγγειό» = ύπουλος, καταχθόνιος. Για τα άτακτα παιδιά λέμε: «δεν κάνει τ’ αγγειό σου καλό νερό» κλπ. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αγγείον, οικιακό σκεύος, ουροδοχείο ή αλλιώς . . . Περισσότερα

ἀγλιά

αγλιά = αλίμονο! «αγλιά σε μένα…», «αγλιά και αλίμονο», «αγλιά που να του βγει τ΄ όνομα». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγλιὰ /ἐπίρ./ (ἄλη) = ἀλοίμονον, δυστυχία, συμφορά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ἀγλιά = ἀλίμονο, ἀγλιά σέ μένανε, (ἀλίμονο σέ μένα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – . . . Περισσότερα

αδερφομοίρι (το)

το μερίδιο του αδερφού από κληρονομιά γονέων. το μερίδιο του άκληρου πεθαμένου αδερφού. κτήματα «αδερφομοίρια». φράση: «είμαστε αδερφομοίρια …» λένε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Λέμε: αυτά τα χωράφια είναι αδερφομοίρια, δηλ. είναι εξ ίσου μοιρασμένα σε δύο αδέρφια από κληρονομιά. «Μοίρα» είναι το μερίδιο. Από το . . . Περισσότερα

αϊτάρισμα

πράξη αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, ήταν συχνά δανεικό. Ποτέ όμως με αμοιβή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης  Αϊτάρισμα: η αλληλοβοήθεια χωρίς οικονομικό αντίκρισμα,  κυρίως στις δύσκολες  αγροτικές εργασίεςΓλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα βλ. αιτάρω

αϊτάρω

βοηθώ, προσωπικά, σε μια αγροτική, κυρίως εργασία. Η βοήθεια αυτή λέγεται αϊτάρισμα. Το αϊτάρισμα = πράξη αλληλοβοήθειας και συνεργασίας, ήταν συχνά δανεικό. Ποτέ όμως με αμοιβή. «Τον αϊτάρισα πέντε μεροδούλια στ΄ αμπέλια του» – «Πήγα και τον αϊτάρισα στο θέρο,, γιατί μ΄ αϊτάρισε κι αυτός στ΄ αμπέλι». Λεξικό του Λευκαδίτικου . . . Περισσότερα

ακαμάτης -τρα

ο φυγόπονος, ο τεμπέλης παροιμίες: «Της ακαμάτρας το παιδί / ζόρκο μόρκο περβατεί» – «Με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα» – «ακαμάτης νέος, γέρος διακουνιάρης» – «η ακαμασία του σπιτιού ξεθεμελιώτρα» – «ο ακαμάτης κάθε μέρα τόχει γιορτή» – «της ακαμάτρας η κλωστή ή κοντή . . . Περισσότερα

ακρομαίνομαι ή ακρουμαίνομαι και ακρο(υ)μάζομαι

Ακρομαίνομαι ή ακρουμαίνομαι και ακρο(υ)μάζομαι: (ακροώμαι ή ακροάομαι) = εμμένω στο άκουσμα, όπως ακροάζομαι και ακουάζομαι = ακούω μετά προσοχής, ακρόαμα, ακρόασις, ακροατήριον κ.λ.π. βλ. ακουρμαίνομαι  ακουρμάζομαι

αλ(ι)κοτίζω -ομαι και αλικοτίστηκα

αλικοτίζω -ομαι είμαι αδιάθετος, παρουσιάζω συμπτώματα ασθενείας. φράση: «Το παιδί αλ(ι)κοτίστηκε, να φέρομε τον παπά να το διαβάσει. Μπορεί να το αβασκάνανε, δεν φωνάζομε την …τάδε να το ξαβασκάνει;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀλ(ι)κοτίζω -μαι:  (Λ. aliquus) = μεταβάλλω ὄψιν ἥ διάθεσιν πρὸς τὸ χειρότερον, ἀδιαθετῶ. . . . Περισσότερα

αλησμονώ

Αλησμονώ: (α επιτατ.+λησμονώ) = ξεχνώ, (αρχ.ρ. λανθάνω, επι-λέλησμαι, πρκ.), λήθη = λησμονιά, δωρ. λάθα.

αλισίβα (η)

νερό βραστό με στάχτη, δαφνόφυλλα και λεμονόκουπες που το χρησιμοποιούσαν για τις μπουγάδες τους κυρίως. Μπουγάδα: μέσα σε μια μεγάλη κόφα, έστρωναν μισοπλυμένα ασπρόρουχα, μπαμπακερά – λινά. Όταν γέμιζε η κόφα, τη σκέπαζαν με ένα χοντροΰφαντο μαγνάδι – κομμάτι από μεγάλο λινό σακί, το λεγόμενο σταχτοπάνι και πάνω σ΄ αυτό . . . Περισσότερα

αμπελοφύτι (το)

το φύτεμα νέου αμπελιού. Γι΄ αυτό απαιτείται μεγάλη διαδικασία. Φυτεύουν αμπελόβεργες σε καλοσκαμμένο χωράφι, που τις έχουν διαλέξει πολύ πριν. (Τα γεωργικά της Λευκάδας, Αθήνα 1985). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Αμπελοφύτι, το: (αμπέλι +φυτεία) = του αμπελιού η φυτειά = το νεοφυτεμένο αμπέλι.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

αμπώνω

σπρώχνω, απομακρύνω, απαλλάσσομαι από κάτι δε βάρος άλλου: «αμπώνω τις μέρες μας» – «Αμπώνομαι τις μέρες», απαισιόδοξος λόγω ηλικιωμένων. «Του την άμπωσα τη βάρκα», δηλ. τον κατέδωσα, του ΄καμα κακό, τον εκδικήθηκα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀμπώνω:  (ἀπὸ-ὠθέω -ῶ, ἄπωσις) = ἀπωθῶ, ἀπομακρύνω, ἀπαλλάσσομαι ἁνεπιθυμήτου πράγματος . . . Περισσότερα

αναδεξ’πνιός, ο, αναδεξ’πνιά, η

Αναδεξ’πνιός, ο, (αναδεξ’πνιά, η)= ο αναδεκτός-ή, ο βαπτισιμιός-ά. Η ονοματοδοσία προήλθε από την αναδοχή (ανά+δέχομαι), συν πνοή. Από «το αναδέχεσθαι» εκ της κολυμβήθρας τον αναδεχόμενον (αναδεκτόν), και ανάδοχος (νονός). βλ. και  αναδεξ(ι)μ(ν)ιός -ά

αναπάψω

Αναπάψω: (ανά+παύω). Αναπαυμένος πλήρως είναι μόνον ο νεκρός (μακάριος). Εδώ με την έννοια «θα σε κάνω μακάριο» = θα σου αφαιρέσω τη ζωή.

αναπιάζω -νω

κάνω την προπαρασκευαστική εργασία για το ζύμωμα του ψωμιού. Λιώνω το προζύμι και το ανακατεύω με αλεύρι για ζύμωμα. «Αναπιάζομε τα προζύμια της νύφης» ή «τα προζύμια του γαμπρού». Είναι κοινή η φράση και πασίγνωστη: «αναπιάζω προζύμι». Δημ. τραγ. : «Φκήσου με, μάνα μ΄, φκήσου με στο δόλιο μου προζύμι, . . . Περισσότερα

ανέσοδη (η)

μικρή σοδειά, χρονιά ανέσοδη, αφορία. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀνέσοδη:  /ἡ/ (ἀ-ἔσοδον) = ἔτος ἀφορίας, ἀνεσοδεία. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης  Ανέσοδη, η (εννοείται η χρονιά): (α στερ. +έσοδο) = χωρίς έσοδο, χωρίς όφελος, άκαρπη χρονιά.Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα

αντέξ(ου)νε

Αντέξ(ου)νε= αντέξουν, (συγκοπτόμενο χάριν του μέτρου). Αντέχω (αντί +έχω).

απίκου, απίκο (επίρρ.)

είμαι έτοιμος, κοντά, στέκω στο στάχυ. «Εγώ είμαι απίκου για να ξεκινήσομε» = τα ΄χω όλα έτοιμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίκου: /ἐπίρ./ (Ἰ. appico) = πρόχειρον, εὔκαιρον, προσηρτημένον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Είναι το ιταλικό a picco (δυο λέξεις). Αρχικά -λένε οι ειδικοί- . . . Περισσότερα

απίστομα (επίρρ.)

μπρούμυτα, με το πρόσωπο κάτω ΒΑΛ.  Ευθ. Βλαχάβας, το λείψανο, στιχ. 1-2: «Τρεις μέρες μέσ΄ στα Γιάννενα σέρνουνε το κορμί σου / τ΄ ανάσκελα, τ΄ απίστομα και το ποδοκυλούνε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀπίστομα: /ἐπίρ./ (ἐπὶ-στόμα) = πρηνηδόν, πρηνής, προύμητα. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    . . . Περισσότερα

απλογιέμαι

απολογούμαι, απαντώ σε ό,τι μ΄ερωτούν ή κατηγορούν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Απ(ο)λογιέμαι: (από +λόγος) = δίνω λόγο, απαντώ, απολογία κ.λ.π. Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα βλ. ἀπιλογιῶμαι και ἀπλογιῶμαι

απόκοσμος-η-ον

Απόκοσμος-η-ον: (από+κόσμος) = ο μακράν του κόσμου, ο μη κοινωνικοποιημένος και κατ’ επέκταση ο απολίτιστος. Εσυνηθίζετο και η ταυτόσημη έκφραση ασυναύλιαστος, ο μη συναυλιζόμενος (συν+αυλή), ή και ο μη συνδαυλιασμένος ( συν+δαυλός) = ο μη συναναστρεφόμενος με τον κόσμο. Γιατί πράγματι η μετάβαση–επικοινωνία από αυλή σε αυλή παλαιότερα, μετά την . . . Περισσότερα

αποσεινάδι (το)

το πίτουρο , ο,τι απομένει από σείσιμο του αλευριού με τη σήτα. Παροιμία: «Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες». Τα πίτουρα ή αποσεινάδια τα χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς: «Πίτουρα ζεματισμένα στο τηγάνι και ραντισμένα με οινόπνευμα και βαλμένα σε σακουλάκια, είναι ζεστόν επίθεμα άριστον, δια τα κρυολογήματα». . . . Περισσότερα

αποσώνω

Αποσώνω: (από + ισώνω) = αποτελειώνω, φέρω εις πέρας. (Ίσος, ισώνω με σίγηση του ι).

άραχνος -η -ο

ταλαιπωρημένος, θλιμμένος, αραχνιασμένος: «Μαύρος κι άραχλος είναι ο δυστυχής». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἄραχνος -η -ο: (ἀράχνειος) = ἀραχνιασμένος, ἔρημος, πένθιμος, δυστυχής. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   «Μαύρα κι άραχλα», απαντάται στην ερώτηση: «πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» Επίθετα από το άραχνος (αράχνη) και μαύρος. Ο . . . Περισσότερα

ασπραγκαθιά (η)

το ιαματικό φυτό ασπάλαθος ο λαχναίος. Σε χργρ. γιατροσόφι του τόπου μας διαβάζομε: «Εις σπάσιμον, έπαρε τον σπόρον του ασπραγκαθίου και τρίψε τον και ένωσον αυτόν με μέλι απαφρισμένον και ας τρώγει ο ασθενής, ήγουν ο σπασμένος (=αυτός που έχει σπασμένη κήλη ή όρχεις, άλλως κατεβασμένο) ημέρας 40 ταχύ και . . . Περισσότερα

ασύφταγος -η -ο

ο ασυμπαθής, ο βιαστικός, ο ταραχοποιός – ο μη δεχόμενος συμβουλές και συστάσεις. «Μωρέ ασύφταγο, που να μην ιδείς καλό» – «Δεν πας στον ασύφταγο;» = στο διάολο. Κάτι που δεν φτάνει ή κάτι που δεν έχει προκοπή. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀσύφταγος -η -ο (ἀ-σὺν-φθάνω) . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!