Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλα τα λήματα από Προτεινόμενα

αβαρία (η)

ζημιά, όταν χύνεται το κρασί ή το λάδι κατά την μεταφορά του κλπ και στο εμπόριο ή την συλλογή της σοδειάς – «είχα πολλές αβαρίες εφέτος».

αγκωνάρι (το)

γωνία τοίχο οικοδομής, γωνιακό πελεκημένο λιθάρι, συνήθως παραλληλόγραμμο που χτίζεται στις γωνίες των οικοδομών. ογκώδες λιθάρι: «Σήκωσε ξαφνικά ένα αγκωνάρι και τον χτύπησε» οι τέσσερις γωνίες των οικοδομών: «τ΄ αγκωνάρια του σπιτιού» Παροιμία: Τοίχος δίχως θέμελα, τι τα θέλει τα αγκωνάρια; Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ἀγκωνάρι: . . . Περισσότερα

βύσαλο (το)

εσφαλμένη γραφή της λατινικής (besalis) και μεσαιωνικής λέξης βήσαλο = τούβλο, «οπτή πλίνθος» που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ως ιδιωματική λέξη και σημαίνει κεραμίδι, κομμάτι κεραμιδιού ή τούβλου. Μεταφορικά: κάθε πράγμα του σπιτιού (αορίστως) ή αγροτικού προϊόντος σε περιπτώσεις καταστροφής από σεισμό, πυρκαγιά, θεομηνία ή κλοπή. Απ΄ αυτό και η σχετική . . . Περισσότερα

γάνα (η)

μουντζούρα, μαύρη σκουριά από το τηγάνι, και άλλα χαλκώματα. διαπόμπευση. Παροιμίες: «Άντρας ψηλός, απόστολος, κοντός πομπή και γάνα …», «Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή  καραμαντάλω». βρισιά μεταξύ γυναικών: «Μωρή γάνα, μωρή κίσσα» (η γάνα εδώ σημαίνει ανήθικη). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Γάνα /ἡ/ (γανάω)(περιπεσὸν εἰς ἀντίθετον ἔννοιαν) . . . Περισσότερα

ζαγάρι (το)

Το κυνηγόσκυλο, μ.τ.φ. το παλιόπαιδο, το τζογλάνι, ο τιποτένιος άνθρωπος. Δημ. Τράγ. : «Παίρνω τα ζαγαράκια μου να πάω να κυνηγήσω / λαγούς κι ελάφια για να βρω και πίσω να γυρίσω ./ Κι εκεί που εκυνηγάα στα δάση και στα όρη / βγάζουν τα ζαγαράκια μου μια πλουμισμένη κόρη» . . . Περισσότερα

κλαφούνι (το)

αποτυχημένο κυνηγάρικο σκυλί που δεν έχει τις απαραίτητες ικανότητες για να κυνηγήσει. (ρημ. κλαφουνίζω). Χρησιμοποιείται και για τους τεμπέληδες ανθρώπους.

λάμπασμα (το)

το αποτέλεσμα του λαμπάζω. φρ.: «Τέτοιο λάμπασμα δεν το ξανάπαθα». Φάντασμα, ξωτικό: «Να φυλάγεσαι από τα λαμπάσματα τα μεσημέρια του Αυγούστου και τις νύχτες του καλοκαιριού». Άνθρωπος αδύνατος, έπειτα από αρρώστια ή άλλα δεινά: «Πως κατάντησε έτσι ο καημένος! Σωστό λάμπασμα!». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Από . . . Περισσότερα

παβέντζο (το)

Απάνεμο μέρος που προφυλάσσεται από τον αέρα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Παβέντζο /τὸ/ (Ἰ. pavese, spazzavento) = προφύλακτρον τοῦ ἀνέμου, ὑπήνεμον. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ρ΄πίζω

ριπίζω χύνω κάτω κατά λάθος υγρό ή στερεό πράγμα. «Μου ρ΄πίστηκε το φαΐ στο δρόμο, που πήγαινε για τους αργάτες» – «Μου ρ΄πίστικε το σιτάρι, οι ελιές κλπ, από το τσουβάλι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ρ(ι)πίζω (ριπίζω, ριπτάζω) = ἀπορρίπτω, χύνω, σκορπῶ (βλ. λ. ρειπίζω). Τα . . . Περισσότερα

σάγ΄λα (η) και σά(γ)ουλα

σάγλα λεπτό σκοινί για πολλαπλές χρήσεις. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σάγουλα (Σάουλα) /ἡ/ (Ἰ. sagola) = λεπτὸν σχοινίον, ληγαδοῦρα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σάγουλα = λεπτό σχοινί (σεϊζόλα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ύστερο (το)

το κατάποδο (βλ. λέξη) ή αδέρφι = σωματικό όργανο της λεχόνας που αποβάλλεται ευθύς μετά την γέννηση του παιδιού

Click to listen highlighted text!