Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

στρωμή (η)

το στρώμα του σαμαριού, πάνω στο οποίο στηρίζεται ο ξύλινος σκελετός του σαμαριού. Η στρωμή γεμίζεται με άχυρο, καλαμιές, ή άλλο χόρτο. ΟΙ καλές στρωμές στην εξωτερική μεριά ήταν ντυμένες με δέρμα και στην εσωτερική με μάλλινο ύφασμα ΟΙ φτωχικές στρωμές είχαν μέσα κι έξω επένδυση από καναβάτσα.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!