Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

στιβαλέτο (το)

γυναικείο υπόδημα γιορτιάτικης «πολυτελείας» και κλειστό σαν μποτάκι. Το ψηλοτάκουνο στιβαλέτο είναι περισσότερο γνωστό ως στιβάλι. Στιβάλια φορούσαν και οι άντρες.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Στ(ι)βαλέτο /τὸ/ (Ἰ. stivaletto) = γυναικεῖον ὑπόδημα στολισμοῦ, ψηλοτάκουνο γοβάκι ἐγχωρίου τύπου.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!