Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

σγόντζος (ο)

εξόγκωμα, πρήξιμο, ρόζος.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Σγόντζος /ὁ/ (γόμφος, Ἰ. sgonfio;) = οἴδημα, πρήξιμον, ἐξόγκωμα, ἀνώμαλος προβολή.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Ρόζος,, ιδίως στα ξύλα. Είδος κάλου (στο σώμα). Πιθανότατη η σύνδεση του με τον γόμφο, που σημαίνει ξύλινο καρφί, μικρή σφήνα (σχετικός ο γόμφιος των δοντιών).

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Σγόντζος = ρόζος, ἀνώμαλο ἐξόγκωμα πού σχηματίζεται στά ἄκρα, σάν εἶδος κάλου.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!