Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

πυτιά (η), αρχ. πυτία

η γουλιάστρα (το πρωτόγαλα) των μηρυκαστικών, το περιεχόμενο του στομάχου αρνιών και κατσικιών, που το ξεραίνουν κρεμασμένο στη κουζίνα και το χρησιμοποιούν διαλυμένο για να πήζουν το γάλα και να το κάμουν τυρί.
ΒΑΛ. Φωτεινός, Α’ : «και μια κρεμάθα με πυτιές σιμά στον καπνοδόχο».
Το περιεχόμενο του στομάχου, αφού αφυδατωθεί, το εμποτίζουν με αρμύρα για την ασφαλέστερη διατήρησή του.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Π(υ)τιὰ /ἡ/ (πυτία, πῦαρ) = τὸ πρωτόγαλα τῶν μηρυκαστικῶν, τὸ περιεχόμενον τοῦ στομάχου σφαγέντος προσφάτως νεογνοῦ μηρυκαστικοῦ, τὸ ὁποῖον ξηραινόμενον χρησιμοποιεῖται ὡς ζύμη διὰ τὴν πῆξιν τοῦ τυροῦ.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


Πυτιά = φυσική μαγιά ἀπ᾿ τό στομάχι ἀμνοεριφίων (ἀχορτάριαστων) πού τό περιεχόμενό τους μέ τόν καιρό ἀφυδατώνεται καί διαλύεται ἐντός ἁρμυράδας γιά νά διατηρεῖται καί τό χρησιμοποιοῦν γιά τό πήξιμο τοῦ γάλακτος.

Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

βλ. και π(ι)τιὰ

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!