Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ποντελάρω

στηρίζω ένα οίκημα με εσωτερικές ξύλινες κολώνες, ανεξάρτητα από την τοιχοποιία του.
Τα λευκαδίτικα σπίτια, κυρίως στην πόλη, είναι όλα ποντελαρισμένα. Έτσι, το σπίτι στηρίζεται στις εσωτερικές ξύλινες κολώνες και μ΄ αυτό τον τρόπο ανεξάρτητα από την εν γένει ξύλινη κατασκευή του γίνεται αντισεισμικό, ανθεκτικό. Το ποντελάριμσμα γίνεται παράλληλα προς τους τοίχους.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ποντελάρω (Ἰ. puntellare) = ὑποστηλώνω, ὑποστηρίζω διὰ καθέτων δοκῶν.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης


ποντελάρω: ἀντιστηρίζω, τοποθετῶ ὑποστήριγμα, (ΙΤ. puntellare).

Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!