Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

ματινές (ο)

γυναικείο πουκάμισο, είδος πυζάμας, που τη φορούν στο σπίτι μόνο για τις εκεί δουλειές, σπιτική ρόμπα. Αυτό ίσχυε για τις νοικοκυρές της Χώρας.

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Ματ(ι)νὲς /ὁ/ (Ἰ. mattina) = πρωϊνὸν γυναικεῖον χιτώνιον (πιζάμας) διὰ τὰς οἰκιακὰς ἐργασίας.

Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!