Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

φαρομαν(η)τὸ

Φαρομανητὸ /τὸ/ (Ἰ. fare-mania) = ὁμαδικὴ θορυβώδης εὐθυμία.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Να μια λέξη «πολιτογραφημένη» περισσότερο στην πόλη της Λευκάδας (μπουρανέλικη). Τη λέγαμε και εμείς στο χωριό ευρύτατα. Ακούμε: Χάλασε ο κόσμος απ΄ το (τα) φαρομανητά (της νεολαίας). Ή αυτός καημένη μου φαρομανάει ενώ ο άλλος καίγεται, δηλαδή όπως λέμε αλλιώς, αντιμετωπίζει μια κατάσταση «αναπιέντστα«, αδιάφορα. Τα φαρομανητά συνοδεύονται (μάλλον εκδηλώνονται) με χαχανητά και ξεφωνητά. Η προέλευση της λέξης όσον αφορά στο α΄ συνθετικό, είναι ιταλική. Και είναι η λέξη fare, ρήμα εδώ μεταβατικό με πολλές σημασίες. Κοντά σε μας είναι η βασική (πρώτη) έννοια, κάνω, ενεργώ, δημιουργώ. Ακόμα, παίζω, κάνω ρόλο (στο θέατρο), κάνω κάποιον να γελάσει ή κλάψει κοροϊδεύω κ.λπ. Ας θυμηθούμε τα φαρομανητά της Αποκριάς και της Διάνας (παραμονή πρωτοχρονιάς στην πόλη). Το β΄συνθετικό είναι η λέξη (ελληνική) αυτή μάνητα (μανία), που έγινε για τις ανάγκες του όρου, ουδέτερο, μανητό. Όλο μαζί φαρομανητό. (Η ετυμολογία από το «φαρί» (άλογο) φαίνεται απίθανη.

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης


Φαρομανητά, τα: (φάρος+μαίνομαι). Φάρος ο λάρυγξ και φέρω μανία, μαίνομαι και φωνάζω. Συνήθης έκφραση για τις φασαριόζικες παρέες των εφήβων, των «κονσόλων».

Γλωσσάριο Ιωάννας Κόκλα


Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!