Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

διάφορο (το)

κέρδος, αμοιβή που βγαίνει είτε από ιδιόκτητη περιουσία είτε από μίσθωση ξένου κτήματος.
Λέμε:»μας έμ΄νε και το διάφορο…»=ειρωνικά: χάσαμε και από τα δικά μας. «Αυτή η δουλειά δεν έχει διάφορο».

Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης


Διάφορο /τὸ/ (νομ. ὅρος, διαφέρον) = ἀποζημίωσις, κέρδος, ἀμοιβή.

Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης   


Είναι βέβαια το ουδέτερο του επιθέτου διάφορος, από το ρήμα διαφέρω. Αδιαφόρετα είναι να ανώφελα.
Εδώ η λέξη διάφορο έχει τη σημασία του τόκου, του κέρδους, του συμφέροντος. Δεν έχω – λέμε – διάφορο απ΄ αυτή τη δουλειά.
Κατά την προφορά στο χωριό η διαφορά γίνεται διαουρά, χωρίς το φ, και την προσθήκη ενός -υ- (επίδραση … από την ουρά).
Στον Ερωτόκριτο, Β΄108 διαβάζουμε: «δε θέλει δίχως διάφορο οι κοπανιές να πηαίνουν».
Η σημερινή σημασία της λέξης είναι μεσαιωνική

Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

Αφήστε το σχόλιο σας

Το email σας θα παραμείνει κρυφό. Όλα τα μαρκαρισμένα πεδία είναι υποχρεωτικά *

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις HTML επιλογές <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

 
Click to listen highlighted text!