Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ζ

ζόφα ἢ ζόφες

Ζόφα ἢ ζόφες, § φράσις σημαίνουσα παντελῆ ἀποτυχίαν. Π. τί ἐκάματε; ζόφες, δηλ. οὐδέν. Σημ. Ἴσως ἐκ τοῦ ζόφος.

ζόχος (ο)

το φαγώσιμο και θεραπευτικό αγριολάχανο, κυρίως για λαχανόπιτες. Γιατροσόφι: «Οποιανού πονούν τα γόνατα και τα νεφρά … Βράσε ζόχον με κρασί έως να μείνει το τρίτον και τότε κοπάνισε τρία σπυριά πιπέρι, ριξ΄ τα μέσα και ας πίνει. (Λαϊκή Ιατρική της Λευκάδας, σελ 72). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

ζυγάραις

πιθανόν ἀπ΄ τήν λέξη ζυγά πού σημαίνει ζύγια, σταθμά, ζυγάραις μπερτουέλλαις = μεντεσέδες μέ τό ζύγι.* *ζυγαριά: ὄργανο μέ τό ὁποῖο μετροῦν τό βάρος ἑνός σώματος· ζυγός, ( μσν. ζυγαρέα μέ  συνίζ. γιά ἀποφυγή τῆς χασμ. < *ζυγάρ(ιον) -έα > -ιά, ὑποκορ. τοῦ ἀρχ. ζυγ(ός) -άριον). Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica

ζυγοῦρι

Ζυγοῦρι § τὸ διετὲς πρόβατον. ΚΝ. Σημ. Ἴσως ἐκ τοῦ ζόω (= δύω) καὶ ἄγουρος (= νέος) ὡς ἂν ἔλεγε δύω ἐτῶν νέος. Ἡ τροπὴ τοῦ δ εἰς ζ ἐγένετο κατὰ τὰ Δωρ. ζία ἀντὶ δία. Ὁ Βυζ. παραλ. τὴν λ.

ζωντόβολο (το)

γάιδαρος, ο αμαθής,  ο ανόητος. Φράση: Είσαι ζωντόβολο, δεν καταλαβαίνεις τίποτα – Είσαι ζώον. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζωντόβολο § ὁ ὄνος. Μ. ὁ ἀνόητος, ἀμαθής. Π. εἶσαι ζωντόβολο = ἀνόητος, ἀμαθής. ΚΝ. Σημ. Ἐκλήθη οὕτω τὸ πολυώνυμον καὶ πολυπαθὲς ζῶον, διότι ἴσως ὑπὲρ πᾶν ἄλλο αὐτὸ . . . Περισσότερα

ζώρη

Ζώρη /ἡ/ (ζορέω, ζωρὸς) = βία, δύναμις, ἰσχύς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζώρη = δύναμη, τήν πῆρε μέ τό ζώρη (τήν πῆρε μέ τό ἔτσι θέλω). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής Ζώρη, § ἰσχὺς σωματική. Π. τὸν ἔσφιγξα μ᾿ ὅλη τἠ ζώρη μου. § ἀκμή. Π. εἶνε . . . Περισσότερα

ζωχάδα -ες

οι αιμορροΐδες. Οι λαϊκογιατροί είχαν το φάρμακο. «Εαν θέλεις να χαλάσεις τες ζαχάδες, κάπνισε τειάφι και μόδον (=τρόπον) επιτήδειον, δια να ανοίγει το άντερο. Έπειτα πάσσησέ τες (=πασπάλισέ τες) ψιμύθι [σημείωση δική μας: ψιμύθι = ανθρακικός μόλυβδος, λευκή βαριά σκόνη] και χάνονται … κάμε το 5-6 φορές και πλέον δεν . . . Περισσότερα

ζωχαδιάζω -ομαι

γίνομαι δύστροπος, νευριάζω: «Σήμερα έχει τις ζωχάδες του, μην του μιλάς». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζωχαδιάζω (ἐσωχὰς) = κατατρύχω, ἐρεθίζω, ἐνοχλῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζωχαδιάρης -ω

Ζωχαδιάρης -ω (ἐσωχὰς) = ὁ πάσχων ἐξ αἱμορροΐδων, εὐερέθιστος, ἰδιότροπος, νευρικός.

Click to listen highlighted text!