Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ζ

ζευγιά (η)

εμπειρικό μέτρο επιφάνειας. Ζευγιά, λοιπόν, είναι το χωράφι που μπορούσε να οργώσει ένα ζευγάρι σε μια μέρα. «Τρεις ζευγιές χωράφι, όλο κι όλο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζευγιὰ /ἡ/ (ζεῦγος) = ἡ ἡμερησία ἐργασία, ἀρόσεως διὰ ζεύγους βοῶν ἥ ἄλλων ὑποζυγίων. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης . . . Περισσότερα

ζεύγλη

Παρὰ τοῖς ὀθωμανικοῖς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας διασώζονται πολλαὶ Ἑλληνικαὶ λέξεις, ἐξ ὧν ὀλίγας τινὰς παρατίθημι, εὐχόμενος ἵνα ἄλλος τις φιλοτιμηθῇ εἰς συλλογὴν τῶν λειψάνων τούτων, ἅτινα θέλουσι προσεπιμαρτυρεῖ αἰωνίως ὅτι ὁ Ἕλλην καὶ θνήσκων καταλείπει ἴχνη ζωοποιά. – (Ζεῦλα, βουέντρα καταράκτης λάχανα, λάπαθα, σειρά, μάντρα, ἰλὺ (ἰλύς), ἰλυστὴρ (στραγγιστῆρι).

ζευγοπιάνω

Ζευγοπιάνω § πιάνω τὸ ζεῦγος τῶν βοῶν, τοὐτέστιν ἀρχίζω, ἐπιχειρῶ τὴν ἀροτρίωσιν ἀγροῦ. Σημ. Ὁ Βυζ. παραλείπει τὴν λ.

ζεύκι (το) και ζεύκη

φαγοπότι, καλοπέραση, γεύμα. Όταν μας βρίσκει κάποιος επισκέπτης στην ώρα του φαγητού τον καλούμε και λέμε: «Κόπιασε να φάμε …». Κι αυτός απαντά: «Ευχαριστώ, κάμ΄ τε ζεύκια σας». Φράση: «»Περνάμε ζεύκια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζεῦκι /τὸ/ (Ἀ.Τ. ζὲβκ) = συμπόσιον, εὐωχία, φαγοπότι, γεῦμα. «ἔχουνε ζεῦκι», . . . Περισσότερα

ζεύλα ή ζεύγλα (η)

εξαρτήματα του αλετριού των βοδιών. Οι ζεύλες είναι δύο. Κάθε ζεύλα αποτελείται από δυο κυρτά ξύλα, μπηγμένα στο ζυγό του αλετριού και που οι άκρες τους σμίγουν και κάνουν είδος θηλιάς. Η ζεύλα, δηλ. είναι σύνεργο που μοιάζει με τη λαιμαργιά. Μέσ΄ απ΄ αυτές τις ζεύγλες περνούσαν τα κεφάλια των . . . Περισσότερα

ζεύω

Ζεύω (ζευγνύω) = ζευγνύω ὑποζύγιον εἰς ὄχημα, ἄροτρον, ἐλαιοτριβεῖον κ.τ.τ.

ζέχνω

είμαι βρώμικος, αναδίνω βαριά δυσάρεστη οσμή., βρωμάω. – «Άλλαξα το παιδί, γιατί ζέχνει» – «Ζέχνεις από σκόρδο, έφαγες σκορδαλιά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζέχνω (ὄζω -αίνω) = ὄζω δυσαρέστως, βρωμάω δυνατά. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζέχνει = βρωμάει ἀπαίσια, ζέχνει ὁ τόπος (βρωμάει ὁ τόπος). . . . Περισσότερα

ζιζί (το)

το παιχνίδι του μωρού. «Δωσ΄ του τα ζιζιά του να μην κλαίει». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζιζὶ /τὸ/ (Γλ. joujou) = παίγνιον νηπίου, ἄθυρμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζίλι (το)

πολύ λεπτό σύρμα, χορδή μουσικού οργάνου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζίλι /τὸ/ (ἰλλάς, ἴλλω, Ἀ.Τ. ζίρ, Τ. ζὶλ) = λεπτότατον σῦρμα, λεπτὴ χορδὴ μουσικοῦ ὀργάνου. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζμπίλι (το)

πλεκτόν με ψαθί ή βέργες, καλάθι για μεταφορά χώματος, κοπριάς κ.α. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζμπίλι /τὸ/ (Ἀ.Τ. ζενπὶλ) = σπυρίς, ζεμπίλι, ψαθόπλεκτον μέσον μεταφορᾶς ὑλικῶν (χώματος, κόπρου κ.τ.τ.). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζμπόγερας

Ζμπόερας, Το χωριό ζούσε παλιά έντονα τις απόκριες με επίκεντρο τους μασκαράδες με αυτοσχέδιες και πολύ πρωτότυπες, αλλά και τολμηρές μεταμφιέσεις. Κάποιες οικογένειες, όπως οι «μπρανελαίοι» τηρούσαν κάθε χρονιά την παράδοση, ντύνονταν παράξενα, έβγαιναν στην πλατεία και διασκέδαζαν τον κόσμο και φόβιζαν τα παιδιά. Αυτοί ήταν οι ζμπόεροι. Η παράξενη . . . Περισσότερα

ζντρίλι

Ζντρίλι /τὸ/ (Ἀγγ. drill) = εὐτελὲς χονδρὸν ὕφασμα ἐπενδύσεως (συνήθως βαμβακερόν).

ζόρκος (ο) και ζῶρκος

ο γυμνός ή μισόγυμνος, και μεταφορικά ο φτωχικά ντυμένος. Παροιμία: «Τ΄ς ακαμάτρας το παιδί /ζόρκο, μόρκο περβατεί» – «γλυκός ο ύπνος την αυγή /ζόρκος ο κώλος τη Λαμπρή». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζόρκος -α -ω (δορκάς, ζορκὰς) = γυμνός, πανελεύθερος (β. λ. ντόρκος). Ζῶρκος -α -ο . . . Περισσότερα

ζορμπαπλίκι (το) και ζορμπαλίκι

η επίδειξη παλικαρισμού , η αναιδής συμπεριφορά, ο σατραπισμός, η ενέργεια του ετσιθελισμού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζορμπαλίκι /τὸ/ (Τ. ζορπαλὴκ) = αὐθαιρεσία, βιαιότης, σατραπισμός. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζορμπάρω

Ζορμπάρω (Τ. ζορπᾶ) = καταλαμβάνω αὐθαιρέτως, αὐτοδικῶ βιαίως.

ζούδιο (το)

Ανόητος, άσκημος, χαμένος, ηλίθιος: «Μωρέ ζούδιο, κάτσε φρόνιμα» – «Χαρά στο ζούδιο!!!» – «Είσαι ντιπ ζούδιο». Φόβητρο, φάντασμα. Ζούζ(ου)λό = ξωτικό, φάντασμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζούδιο /τὸ/ (ζῴδιον) = ζῳώδης, ἀνόητος, ἠλίθιος, δύσμορφος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζούδιο = κακόμορφος καί ἰσχνός ἄνθρωπος, ἀλλά . . . Περισσότερα

ζούζ(ου)λο (το)

ζούζουλο, ζούζλο ξωτικό, φάντασμα, άβουλο ον. Στον άνθρωπο – αφελής, ανόητος. Φράση: «Μα τέτοιο ζούζ΄λο είσαι;» με απάντηση: «Εσύ είσαι ζούζ΄λο και παράζουζ΄λο».βλέπε και λέξη ζούδιο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζούζ(ου)λο /τὸ/ (ζαλόεις, Σ. ζούζελy) = εἰδεχθής, δύσμορφος, ἀποκρουστικός, σκιάχτρο. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζούζουλο . . . Περισσότερα

ζουλίζω

Ζουλίζω § λυγίζω, κυρτόω τι, ἐξ οὗ ζούλισμα = λύγισμα· (ἐξαιρέτως ἐπὶ μετάλλων). Σημ. ὁ Βυζ. γράφει Ζουλῶ· ἀγνοεῖ δὲ καὶ τὰς σημασίας ταύτας. Ἄπορον ἡμῖν πόθεν ἡ λέξις παράγεται· πιθανὸν δὲ φαίνεται ὅτι ἐσχηματίσθη ἰδιορρύθμως ἐκ τοῦ λυγίζω. Πρβλ. καὶ τὸ Ζούλης τοῦ Βλάχου (ἐν. λ.) καὶ τὸ ζουλῶ . . . Περισσότερα

ζούπα (η)

πρόχειρο βραδινό φαγητό με πυρωμένες στη φωτιά φέτες ψωμιού, (πωμάδες), διαποτισμένες με κρασί. Στις πωμάδες βάνουν και λάδι, πριν ρίξουν το κρασί. Το καλύτερο συνοδευτικό της ζούπας είναι το τυρί, για όποιον έχει … Η λέξη λέγεται και κρασόζουπα και ζουπάτα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζοῦπα . . . Περισσότερα

ζουρλοκαμπίερης -ρω

ο επιπόλαιος, ο άστατος, ο τρελλάκιας. «Μωρή ζουρλοκαμπίερω, που γυρίζεις, μαρή;». Την ίδια περίπου σημασία έχει και η λέξη ζουρλοπαντιέρας – ρω. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζουρλοκαμπιέρης -ω (β.λ. ζουρλὸς – Ἰ. campio -ere) = ἐπιπόλαιος, τρελλάκιας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζουρλοκομεῖο

Ζουρλοκομεῖο /τὸ/ (β.λ. ζουρλὸς-κομέω -ῷ) = φρενοκομεῖον, ψυχιατρεῖον, ἄνθρωπος παράφρων.

ζουρλοπαντιέρης -ῳ

Ζουρλοπαντιέρης -ῳ (β.λ. ζουρλὸς – Ἰ. bandiera) = σημαιοφόρος παραφροσύνης, τρελλάκιας, ἐπιπόλαιος, ἀνόητος.

ζουρνάς (ο)

μουσικό όργανο, είδος κλαρίνου, αλλά πιο κοντό και με πλατιά έξοδο. Συνηθιζόταν η χρήση του στη νότια κυρίως Λευκάδα.

Click to listen highlighted text!