Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ζ

ζαμπαρούχι (το)

συνάχι ακατάσχετο με πολλά φταρνίσματα – «Μ΄ έπιασε ζαμπαρούχι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαμπαρόχ(ι) /τὸ/ (ζαμενάω-ὴς -ρόγχος, Τ.  shέb-ρέγκ) = καταρροὴ τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργάνων, συνάχι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζάν(ι)γο

Ζάν(ι)γο /τὸ/ (ζιζάνιον) = φίλερις, ραδιοῦργος, ἐνοχλητικός.

ζανταβέλι ή ζαντραβέλα

το μικρό γαϊδούρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαντραβέλα -ι /ἡ, τὸ/ (άστράβη) = γαϊδαρέλα, γαϊδουράκι. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης  

ζάπι

Λέμε: «δεν κάνει ζάπι» = δεν ησυχάζει, δεν σταματάει. «Δεν τον κάνουν ζάπι», δηλ. δεν μπορούν να τον δαμάσουν. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάπ(ι) /ἄκλ./ (ἰάπτω; Ἀ.Τ. ζάπτ, Σ. σdζαπὶμ) = σύλληψις, συγκράτησις, δάμασις, κατευνασμός: «τρεῖς νομᾶται δέν τονε κάν’νε ζάπι». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζαπίζω

Ζαπίζω (ἰάπτω; Ἀ.Τ. ζάπτ, Σ. σdζαπὶμ) = συγκρατῶ, δαμάζω, καταβάλλω.

ζάρα

Ζάρα /ἡ/ (ὄζος, σαίρω; ἐπι/ζαρέω) = πτυχή, ρυτίς, ζαρωματιά.

ζαραφέτ(ι)

Ζαραφέτ(ι) (Τ. δζὰρ-ρεφὲτ) = εὐμενής, ἐπιεικής, ἤπιος. «μὲ τὸ ζαραφέτι»: μὲ τὸ μαλακό.

ζαργάνα (η)

ψάρι της ανοιχτής θάλασσας με χελωνοειδές σώμα και κεφάλι βελονοειδές, όπως του ξιφία.

ζαρκάδα (η)

φυτό με βαθιές και σκληρές ρίζες, ζιζάνιο των χωραφιών, δυσκολόβγαλτο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαρκάδα = πολυετές βαθύριζο καί πολύ σκληρό ζιζάνιο πού δύσκολα ξεριζώνεται. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ζάρκος

Ζάρκος, § τὸ περίφραγμα, ἐν ᾧ τὸ ἑσπέρας μένουσιν αἱ αἶγες· τοῦτο καὶ τσάρκος καλεῖται. Σημ. Ἐκ τοῦ ἕρκος τροπῇ δωρικῇ τοῦ ε εἰς α καὶ προσθέσει τοῦ ζ δίκην συριστικοῦ πνευματισμοῦ. (Οἰκονομ. περὶ προφ. Ἑλλ. γλώσ. σ. 94). βλ. και  τζάρκος (ο)

ζάρω

Ζάρω (Ἰ. usare) = συνειθίζω, προτιμῶ, ὀρέγομαι: «δὲν τὸ ζάρω τὸ κρέας».

ζαχαράτο (το)

κουφέτο και μια σειρά μικρών ζαχαρωτών της ποικιλίας κουφέτο. Χρησιμοποιείται σε προμαντέματα, μαγγανείες και σε ποικίλες άλλες εκδηλώσεις: χαρά, λύπη, πανηγύρια, βάφτιση, αρραβώνες κ.λ.π. Δημοτικό τραγούδι: «Σήμερα και αύριο είμαι εδώ κι ακόμα το Σαββάτο, / την Κυριακή σ΄ αφήνω γεια, γλυκό μου ζαχαράτο». Παροιμία: «Όρσε, γαμπρέ, κουφέτα». Λεξικό του . . . Περισσότερα

ζβγάντ

Σημειώνουμε τον ιδιωματισμό της Καρυάς, που χρησιμοποιεί τη γνωστή λέξη με αναγραμματισμό, βισγάντι>ζ(σ)βγάντι. Από το ιταλικό vescicante, βιζικάντι (λεξικό Mandeson), η προέλευση. Σχετικό και το ανακόλλι. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης βλ. και βιζγάντι (το)

ζβεντίνα (η)

τα κατάλοιπα του ζυμαριού της ελιάς μέσα στα τσόλια, μετά το στύψιμο στο πιεστήριο (τη μηχανή). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζβεντίνα βλ. σβεντίνα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζβερκιά (η)

χτύπημα στο ζβέρκο με την παλάμη. «Θα φας κανιά ζβερκιά και θα ιδείς». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζβερκιὰ /ἡ/ (Ἀλ. ζβέρκ, Τ. ἐσβὲρ) = πλῆγμα διὰ τῆς παλάμης εἰς τὸν αὐχένα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζβερκιά = σφαλιάρα, (χτύπημα με ἀνοιχτό τό χέρι στόν αὐχένα). . . . Περισσότερα

ζβέρκος (ο)

ο αυχένας, ο τράχηλος. Η λέξη χρησιμοποιείται τοπικά με μεταφορική έννοια στη φράση: «Εψώνισες από ζβέρκο», δηλ, δεν έκαμες καλές δουλειές, απότυχες στις αγορές σου (μικρές και μεγάλες). Κι όμως, πολλοί λένε πως το νοστιμότερο μέρος του σφαχτού είναι ο σβέρκος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζβέρκος . . . Περισσότερα

ζε(ϊ)μπέκ(ι)κο

Ζε(ϊ)μπέκ(ι)κο /τὸ/ (Τ. ζεϊπὲκ) = χορὸς τῶν Ζεϊβέκων, χασάπικος, πηδηχτὸς χορός. ζεϊμπέκικο  

ζεγκί (το) και ζεγὶ

Σκοινί ή λουρί για τη ζεύξη των υποζυγίων. Αναβολέας, σκάλα αναβάσεως στο σελωμένο άλογο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζεγὶ /τὸ/ (ζεῦγμα, Τ. ζεγκί, Σ. οὐζεγκίjα) = σχοινίον ἢ ἱμὰς ζεύξεως, ἀναβολεύς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζεματάω (μεταβατικό)

καίω με καυτό υγρό άνθρωπο ή ζώο. Μεταφορικά: «Θα σε ζεματίσω εγώ, έγνοια σου». = θα σ΄ εκδικηθώ, θα σε τιμωρήσω. Αμετάβατο = καίω, είμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό: «ζεματίστηκα απ΄ το τηγανόλαδο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζεματάω -ίζω (ζέον ἵημι) = περιβρέχω μὲ ζέον ὑγρόν, . . . Περισσότερα

ζεματούρα (η)

η γνωστή άλλως παπάρα. Δηλ. κομμάτια ψωμιού βρεγμένα από ζουμί οσπρίων, που βράζουν, και λάδι. Πρόχειρο, αλλά ορεχτικό φαγητό της φτώχειας – προφτασίδι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζεματοῦρα /ἡ/ (ζέω, ζεματίζω) = τεμάχια ἄρτου ἐμποτιζόμενα εἰς ζωμὸν βραζομένων ὀσπρίων μὲ ἔλαιον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζερβοκουτάλα

«Ο χρησιμοποιών ευχερώς την αριστεράν χείρα», αλλά και «εν ειρωνεία» (Δημητράκος). Έτσι εμείς αποκαλούμε υποτιμητικά τον αριστερόχειρα. Το α΄συνθετικό είναι το ζερβός, από το μεσαιωνικό επίθετο ζαρβός, ζαβρός, ζαβός (χωρίς το -ρ-) που θα πει στραβός, αυτός που δεν είναι ίσος (ρήμα ζαβώνω) και ο άνθρωπος ο ιδιότροπος. Η κουτάλα . . . Περισσότερα

ζέρδελο (το)

βερίκοκο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζέρδελο /τὸ/ (Ἰνδ. ζαρdαλοῦ) = βερύκοκον (κιτρινερύθρου ἀρωματώδους ποικιλίας). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζεσταίνω

για κάποιον που είναι ασταθής και δε μένει σε ένα τόπο να εργαστεί, μόνο αλλάζει συνεχώς, λέμε: «δε ζεσταίνει γωνιά».

ζεστοφούρνι (το)

το ζεστό ψωμί που μόλις βγήκε από το φούρνο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζεστοφοῦρν(ι) /τὸ/ (ζεστὸς-Ἰ. forno) = ὁ μόλις ἐκκλιβανισθεὶς θερμὸς ἐγχώριος ἄρτος, ζεστὸ ψωμί. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζεστοφούρνι = ψωμί μόλις βγεῖ ἀπό τόν φοῦρνο. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής . . . Περισσότερα

ζευγάρι (το)

ζεύγος βοδιών ή και άλλων υποζυγίων, κυρίως αλόγων. «Αύριο έχω ζευγάρι», δηλ. θα οργώσω με ζευγάρι. Βαλαωρίτης, Φωτεινός, Β΄: «τίποτε δε μας μένει ούτε ζευγάρι, ούτε σπορά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζευγάρ(ι) /τὸ/ (ζεῦγος) = ζεῦγος βοῶν ἀροτήρων, ἄροσις διὰ βοῶν ἢ ἄλλων ὑποζυγίων: «ἔχει ζευγάρι», . . . Περισσότερα

ζευγαρίζω

Ζευγαρίζω (ζεῦγος) = ἀροτριῶ διὰ ζεύγους βοῶν ἢ ἄλλων ὑποζυγίων.

Click to listen highlighted text!