Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ζ

ζ΄γάλετρα (τα) ή αλετροπόδα

ζγάλετρα ο αστερισμός του Ωρίωνος. Ένας απ΄ τους πιο λαμπρούς αστερισμούς, ανατέλλει και δύει μαζί με την Πούλια (Πλειάδες) μετά το θερινό ηλιοστάσιο, η δε δύση του συνοδεύεται από μεγάλες θύελλες. Το όνομα του αστερισμού «ζυγάλετρα -αλετροπόδα» οφείλεται στο σχήμα του αστερισμού που μοιάζει με αλέτρι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού . . . Περισσότερα

ζ(ου)λάπι (το)

ζουλάπι, ζλάπι άγριο ζώο, αγρίμι. «Τα ζ΄λάπια του λόγγου», π.χ. τσακάλι, λύκος, αλεπού κ.α. Μτφρ.: ο άνθρωπος ο ανίκανος, ο αγροίκος, αγνώμων και ο ανίκανος στις δουλειές του, ο αμόρφωτος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζουλάπι /τὸ/ (ζῷον-λάπτω, Ἀλ. ζουλάπ-ι) = ἄγριον ζῷον, θήραμα, κτῆνος, βλάξ, δύσμορφος. . . . Περισσότερα

ζ(ου)πακιάζω

Ζ(ου)πακιάζω (β.λ. ζουπάω) = προξενῶ ἐμβύθισμα ἢ ἐμπίεσμα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν εὐκάμπτου πράγματος (δοχείου κ.τ.τ.).

ζ(ου)πάω

ζουπάω, ζπάω πιέζω, συνθλίβω κάποιον. «Σήκω, ξ΄τιανέ μ΄και με ζούπ΄σες ..». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζ(ου)πάω -ίζω (εἰς, σύν-παίω, πιέζω, δι-ὀπίζω) = συμπιέζω, συνθλίβω, ἐκθλίβω, κακοποιῶ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζ(υ)γιὰ

Ζ(υ)γιὰ /ἡ/ (ζεῦγος) = ὁμὰς λαϊκῶν μουσικῶν ὀργάνων διὰ μουσικοχορευτικὰς διασκεδάσεις (βιολί, κλαρῖνο, λαγοῦτο, σαντοῦρι). «ἤτανε στὸ πανγῦρ, πέντε ζγιὲς βιολιά». ζυγιὰ / ζγιὰ

ζ(υ)γὸς -ὴ -ὸ

Ζ(υ)γὸς -ὴ -ὸ (ζεῦγος) = ἄρτιος, διαιρετὸς διὰ τοῦ δύο. «μονὰ ἢ ζυγά». ζυγὸς -ὴ -ὸ Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζυγός, § πλὴν ἄλλων οὕτω καλεῖται καὶ ἡ σειρὰ τῶν ὀρέων. Π. ὁ ζυγὸς τοῦ Πίνδου = ἡ σειρὰ τῶν ὀρέων τοῦ Πίνδου Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

ζ(υ)γώνω

Ζ(υ)γώνω (ζυγόω) = πλησιάζω, προσεγγίζω, καταφθάνω. ζυγώνω Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    πλησιάζω. «Για ζύγωσε ..». Από το αρχαίο ζυγώ, ενώνω, υπό τον ίδιο ζυγό. «μη ζυγώσεις κακομοίρη μου. κ.τ.ό. Καρσάνικα Γλωσσικά Ιδιώματα – Δημ. Κατωπόδης

ζάααρ!

παρακελευστική επιφώνηση σε όνο για να συνευρεθεί με το θηλυκό. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάρρ = πρόκληση πρός ἐπιβήτορα ὄνο γιά νά ἐπιβεῖ τῆς θηλυκιᾶς. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

ζαβά (επίρρ)

Στραβά, όχι ίσα, όχι ανάποδα: «Δεν μου πάνε καλά οι δουλειές, όλα ζαβά μου ΄ρχονται. Η πρόγκα πήγε ζαβά, στραβά, ζάβωσε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαβὰ /ἐπίρ./ (σαβός, ζαμενής;) = ἀναρμόστως, δυσμενῶς, ἀπευκταίως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Ζάβαλλης (ο)

ο όνος ή γαϊδούρι ή ζωντόβολο ή γομάρι ή Αναγνώστης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάβαλλης (καβάλλης), ὁ ὄνος. Ἄλλα ἐπίθετα τοῦ ζῴου τούτου εἶνε γομάρι, ζοντώβολον πιθαν. (ζοντώβολον), γαϊδούρι καὶ ἀναγνώστης. Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός

ζάβαλος

Ζάβαλος (ζα-βάλλω) = ἀπόμονος, ἔρημος, παράσπονδος, κακόπιστος.

ζάβατα (τα)

απαντάται μόνο τον πληθυντικό. «Πώς παν τα ζάβατα;», δηλ. πώς πας από υγεία;

ζάβατο

Ζάβατο /τὸ/ (ζα-βιοτή, βοτέω) = βιοτικὴ περίθαλψις, περιποίησις, εὐζωΐα.

ζάβγια

κόπιτσα, μικρή πόρπη. Είναι σε δυο κομμάτια, αρσενικό και θηλυκό, και θηλυκώνουν. Μπαίνουν κυρίως στα γυναικεία φορέματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάβ(γ)ια /ἡ/ (ζεῦγος, ζεῦξις, Ἀλ. ζάβεα) = συρμάτινος ζευκτὴρ γυναικείων ἐνδυμάτων (ἀρσενικὸ-θηλυκό). Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ζάβια. Κόπιτσα, μικρή πόρπη (Κοντομίχης). Έρευνα, «αβεβαίου . . . Περισσότερα

ζαβο(υ)ρλιάρ(η)ς -ω

Ζαβο(υ)ρλιάρ(η)ς -ω (Αἰολ. ζα-βάλλω) = κακόπιστος, στρεψόδικος, παράσπονδος. ζαβουρλιάρης -ω  /  ζαβορλιάρης -ω

ζαβολιά (η)

παράβαση, πονηριά, στραβοπάτημα, κυρίως στα παιγνίδια: «Δεν σε παίζομε εσένα, κάνεις ζαβολιές. Είσαι ζαβολιάρης».

ζαβός -ή – ό

ο στραβός, ο σκολιός, ο δύσκολος, ο μη συνεννοήσιμος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαβὸς -ὴ -ὸ (σαβός, ζαμενής;) = στρεβλός, σκολιός, δύστροπος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Ζαβὸς § κυρτός, στρεβλός. Π. ξύλο ζαβό. Μ. Δόλιος, δύςτροπος ἄνθρωπος. ΚΝ. Ἐκ τούτου Ζαβουριὰ καλεῖται ἰδίως ὑπὸ τῶν . . . Περισσότερα

ζαβώνω και ζαβόνω

κάνω κάτι ζαβό: ξύλο, σίδερο, πρόγκα κ.λ.π. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαβόνω § ποιῶ ζαβόν· ἴδ. ζαβός -ή – ό Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

ζαγανάς (ο)

χειροπρίονο μικρό με στενή λάμα. Μερικοί ζαγανάδες είναι κυρτοί, μοιάζουν με ζήτα μικρό (ζ). Υπάρχει τοπωνύμιο Ζαγανάς και παρατσούκλι επίσης (Κώστας Πάλμος, Μεγανησιώτικα, σελ 64). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαγανᾶς /ὁ/ (ἠχητ.) = εὐμεγέθης χειροπρίων μὲ στενὸν ἕλασμα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης ζαγανάς (ὁ): χειροπρίονο . . . Περισσότερα

ζαγανεύω

ψάχνω για κάτι κάνοντας θόρυβο. «Τι ζαγανεύεις τόση ώρα εκεί;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαγανεύω (ἠχητ.) = προξενῶ μικροθόρυβον ἐν ἀσχολίᾳ ἢ ἐρεύνῃ. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζαγάρι (το)

Το κυνηγόσκυλο, μ.τ.φ. το παλιόπαιδο, το τζογλάνι, ο τιποτένιος άνθρωπος. Δημ. Τράγ. : «Παίρνω τα ζαγαράκια μου να πάω να κυνηγήσω / λαγούς κι ελάφια για να βρω και πίσω να γυρίσω ./ Κι εκεί που εκυνηγάα στα δάση και στα όρη / βγάζουν τα ζαγαράκια μου μια πλουμισμένη κόρη» . . . Περισσότερα

ζάθος (ο)

παράσιτο, σκουλήκι που φωλιάζει κάτω από το δέρμα των μηρυκαστικών και υποζυγίων.  Βαλαωρίτης Φωτεινός, Γ΄: «Του λόγγου τ΄ αγριοδάμαλο … / ν΄ αναχαράζει βάρυπνο, να το τρυπάν οι ζάθοι». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάθος /ὁ/ (ζῷον-θάω) = παράσιτος σκώληξ τῶν ὑποζυγίων καὶ μηρυκαστικῶν ὑπὸ τὸ δέρμα . . . Περισσότερα

ζακόνι

Ζακόνι /τὸ/ (Ἰ. giacere-cioni) = κλινήρης, κατάκοιτος, ἀσθενής.

ζάλη (η)

ταραχή, φασαρία, εκνευρισμός. Κατάρα που απευθύνεται στα ζωηρά παιδιά που μας ζαλίζουν: «Μας εζάλισες, παλιόπαιδο, που να σε πιάσει ζάλη και το κακό κ΄μάνικο«. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζάλη /ἡ/ = ταραχή, ἐκνευρισμός, μανία. «ζάλ’ καὶ κμάνκο νὰ σὲ πιάσ’». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζαλιάρ(η)ς

Ζαλιάρ(η)ς -ω (ζάλη) = προκαλῶν φροντίδας καὶ ἀνησυχίας, ἰδιότροπος, ναζιάρης, φορτικός.

ζαλίμι (το)

το ζωηρό και ενοχλητικό παιδί, που κάνει αταξίες, το πειραχτήρι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαλίμ(ι) /τὸ/ (ζάλη Τ. ζαλίμ) = ζωηρός, ἐνοχλητικός, πειρακτικός, ταραξίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ζαμάνι (το) – ζαμάνια

μεγάλο χρονικό διάστημα. Η λέξη απαντάται στις φράσεις: «Χρόνια και ζαμάνια έχομε να ιδούμε …» – «Ζέστα μεγάλη, κακό ζαμάνι έχομε …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαμάν(ι) (ἀκλ.) (ζαμενής, Ἀ.Τ. ζεμάν, Τ. ζαμὰν) = ἰσχυρότατος, ὑπερβολικός, μακροχρόνιος: «κάνει κάψη ζαμάνι», «χρόνια καὶ ζαμάνια ἔχει νὰ μᾶς . . . Περισσότερα

ζαμπάρκουδο (το)

υπερβολικά άσχημος, ανάπηρος, αποκρουστικός. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ζαμπάρκουδο /τὸ/ (ζαμενὴς-ἄρκτος, Τ. shέb-ρέγκ) = ἀνάπηρος, δύσμορφος, ἀποτρόπαιος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!