Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Χ

χρυσόξυλο (το)

το φυτό θάψος. Σε συνταγή γιατροσοφιού ( Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 67), βλέπομε: «χρυσόξυλο ξύλλα κοπάνισε και βγάλε τον ζουμόν και λάδι και βάλτα αντάμα εις ένα αγγείον εις τον ήλιον, ως να λαγάρει. Ύστερα κοπάνισε φύλλα κυπαρίσσι και πεπέρι μαύρο ανακάτωσέ το αντάμα και βάλτα εις τον . . . Περισσότερα

χτένι

Χτέν(ι) /τὸ/ (κτεὶς) = λεπτὸς σάν χτένι, ἰσχνός, τὸ ὀστοῦν τῆς ὠμοπλάτης.

χτούριο (το)

μεγάλο εντυπωσιακό σπίτι, κτήριο. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χτούριο /τὸ/ (κτίριον) = οἴκημα ἀσυνήθους μεγέθους διὰ τὸ περιβάλλον του. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χυμάω

Χυμάω (χῦμα, χυμάω) = ἐπιτίθεμαι ἀκάθεκτος, χύνομαι ἐναντίον τινός. βλ. και χουμάω Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Ορμάω. Εύχρηστος ο αόριστος. Εχύμ(η)σε ο σκύλος ή ο άνθρωπος εξαγριωμένος. Και χουμίζω. Ετυμολογείται πιθανότατα από το αρχαίο χύμα, πλημμμύρα (ρήμα χέω), (Μπαμπινιώτης). Σε μεσαιωνικό κείμενο («Ιμπέριος και Μαρφαρόνα» στ. 544 διαβάζουμε: . . . Περισσότερα

χυμὸς

Χ(υ)μὸς /ὁ/ (χέω, χύνω) = ὀπός, διάρροια, εὐκοιλιότης: «τὸν πάει χ(υ)μός».

χύνομαι

Χύνομαι (χέω) = ἐκχύνομαι, ὁρμῶ ἀκάθεκτος. (β. λ. χυμάω, χουμάω). Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χύνω καί χύνομαι = ἐξορμῶ ἀκάθεκτος, ρίχνομαι ἐναντίον κάποιου. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χύστο

Χύστο /τὸ/ (κύσθος) = τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χύστο = αἰδοῖο, λέγεται ἔτσι γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἄσεμνη ὀνομασία. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χωματίδα (η)

το ψάρι, γνωστό ως γλώσσα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χωματίδα /ἡ/ (χῶμα -ατὶς) = ὁ πλαγιόστομος ἰχθῦς γλῶσσα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χωματίζομαι

Χωματίζομαι (χῶμα, κῶμα) = προσλαμβάνω ὄψιν γαιώδη, χάνω τὴν χροιὰν τῶν ζώντων, περιέρχομαι εἰς κῶμα καὶ λήθαργον θανάτου.

χώρα

Χώρα πόλις πρωτεύουσας ἐπαρχίας. Ἐκ τούτου ὁ Χωραΐτης.  Σημ. Ὁ Βυζ. παραλείπει τὴν σημασίαν ταύτην.

χωραΐτης

Χωραΐτης ὁ ἐκ τῆς πόλεως πρὸς διαστολὴν τῶν ἐν ταῖς κώμαις οἰκούντων, οὓς χωριάτας καλοῦμεν. ἰδ. χώρα

χωσάδα ή κρυψώνα (η)

χώρος στον οποίο βάνομε άγουρα φρούτα για ωρίμανση, αλλά και ώριμα για διατήρηση. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χωσάδα /ἡ/ (χώννυμι) = ἄωρον ὀπωρικὸν (συνήθως ἀχλάδι) χωνόμενον ἐντὸς ἀχύρων πρὸς ὡρίμανσιν, πρᾶγμα κρυπτόμενον διὰ καταχώσεως. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χωστὸς -ὴ -ὸ

Χωστὸς -ὴ -ὸ (χώννυμι) = βαθουλωτός, ὄχι ντεκολτέ: «παπούτσια χωστὰ» = ὑποδήματα βαθειὰ καλύπτοντα ἐπαρκῶς τὸν ἄκρον πόδα.

Click to listen highlighted text!