Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Χ

χοιροβοσκός (ο)

βότανον κενταύριον το μέγα. Έχει ιαματικές ιδιότητες: «Το κενταύριον λέγεται και κοινά χοιροβοσκός. Η ρίζα του ωφελεί τους σπασμένους. Είναι δια τα κόκαλα τα τζακισμένα. Δια τον παλαιόν βήχα …».

χολάτο (το)

τρυφερό βλαστάρι, εύρωστη καταπράσινη σπορά. «Χολάτα λάχανα» ΒΑΛ. Φωτεινός, Α΄:»Και τώρα που προβαίνει / σγουρό, χολάτο από τη γη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χολᾶτος -η -ο (χολὴ) = βαθυπράσινος, εὔβλαστος (ἐπὶ χόρτων καὶ φυτῶν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χολάτος = εὔρωστος βλαστός, χολάτο σπαράγγι (τρυφερό . . . Περισσότερα

χολιάζω

θυμώνω, οργίζομαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χολιά(ζ)ω (χολόω -ῶ) = ὀργίζομαι, θυμώνω, δυσαρεστοῦμαι (παθητικῶς). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χολοσκάω

Στο χωριό συνηθέστατο. Μη χολοσκάς, καημένα μ» Νιώθω μεγάλη στενοχώρια. Ιατρικά: υπερεκχυλίζει η χολή. Το αρχαίο χολάω (από τη χολή) θα πει μαίνομαι, οργίζομαι, «σκάω από το κακό μου» . Παρακάμπτω τους αρχαίους για να αναφερθώ στο Ιωάννου 7, 23 (της Καινής Διαθήκης) «εμοί χολάτε ότι όλον άνθρωπον υγιή εποίησα . . . Περισσότερα

χολοταράζομαι

Χολοταράζομαι § ταράσσομαι, ἐνοχλοῦμαι. Π. ἡσύχασε καὶ μὴ χολοταράζεσαι. Σημ. Ἐκ τοῦ χόλος καὶ ταράσσομαι, περὶ τῆς τροπῆς τῶν σσ εἰς ζ ἰδ. ἀνωτ. ἐν λ. συντάζω. Ὁ Βυζ. παρ. τὴν λ.

χορδή (η)

πλεξίδα από άντερα αρνιών ή κατσικιών, κοινώς γαρδούμπα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χορδὴ /ἡ/ (χόριον) = πλεξίδα ἐντέρων καὶ ἀδένων ἀμνοῦ ἐξ ἐριφίου γάλακτος, πλεξούδα, γαρδούμπα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χοροστασό

Χοροστασό. Πλατεῖα ἔνθα κατὰ τὰς ἐπισήμους ἡμέρας οἱ χωρικοὶ συνερχόμενοι χορεύουσιν ἢ παίζουσιν διάφορα γυμναστικὰ παιγνίδια.

Χορτιώτης -σσα

ο κάτοικος του χωριού Χορτάτα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χορτιώτ(η)ς -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Χορτᾶτα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χουγιάζω

Χ(ου)γιάζω (ἰάχω, ἰύζω, Τ. οὔϊ, Σ. οὐγιὰμ) = φωνάζω ἐξ ἀποστάσεως, φωνάζω δυνατά, ἐπιπλήττω ἐντόνως: «μ’ ἐχούϊαξε». Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χουγιάζω § φωνάζω δυνατά. Π. Τί χουγιάζεις ἔτσι καὶ μ᾿ ἐξεκούφανες; Σημ. Ἡ λ. εἶναι πεποιημένη ἐκ τῶν φωνῶν χούϊ χούϊ (= ἰού, ἰού) ὁ παρ᾿ ἐμοὶ ἀνέκδ. . . . Περισσότερα

χούγιασμα

Χού(γ)ιασμα /τὸ/ (ἰάχω, ἰύζω, Τ. οὔϊ, Σ. οὐγιὰμ) = δημοσία μομφή, ἠθικὸν στίγμα εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν: «τσ’ τὦχνε χούγιασμα».

χουζουνέτι

Χουζ(ου)νέτ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. χουσουνέτ, Τ. χουδζνὲτ) = σκαιότης, βαναυσότης, ἀντιπάθεια, μορφή, ἐλάττωμα, κουσοῦρι.

χουλιάρι -ριά

κουτάλι, κουτάλια: «Έπαρε μιαν χουλιαριάν από γάλα του φλώμου«, δηλ. του σπλόνου ( Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 150, όπου η συνταγή: «Πώς να ξεπρίζετε το κορμί του ανθρώπου»).

χουμάω

Χουμάω (χῦμα, χυμάω, χώομαι) = ἐπιτίθεμαι ἀκαθέκτως, ἐπιπίπτω ὁρμητικῶς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Χουμάω § ὁρμῶ. Π. μαῦρο λιθάριν ἅρπαξε κῂ ἀπάνου του χουμάει (ᾆσμ. 8). Σημ. Ἐκ τοῦ χύμα (= χεῦμα = ῥοὴ = ὁρμή. ἰδ. Σύλλ. 14). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

χούμελη (η)

πολτός πολύ βραστερών οσπρίων στην χύτρα «Τα ρεβύθια έγιναν χούμελη», δηλ. έλιωσαν από το βράσιμο. Ήταν κάλοψα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χούμελ(η) /ἡ/ ἄκλ. (Λ. humilis, Σλ. Χύμελε, Σ. χμέλj) = γαιώδης, ἄγευστος, ἀηδής, ὐπέργλυκος, κακοβρασμένος, παραβρασμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χούν΄πας (χούνουπας)

σκόνη και άχυρα από το ανέμισμα των δημητριακών στο αλώνι χούνπας Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χούν(ου)πας /ὁ/ (χέω, χοῦς-ὠπή, πάσσω) = ἡ σκόνη τοῦ ἁλωνισμοῦ, τὰ αἰωρούμενα μόρια ἀχύρων καὶ χώματος ἀπὸ τὸ λίχνισμα (ἀνέμισμα) τῶν δημητριακῶν εἰς τὸ ἁλῶνι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χούνη

Χούν(η) /ἡ/ (χοάνη, Ἀλ. χόν-ι) = μικρὸν βαθύπεδον, τόπος χθαμαλὸς χωρὶς θέαν καὶ ἀερισμόν.

χούρχα (το)

ξερόφυλλα για προσάναμμα φωτιάς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χοῦρχρα = κλαδάκια, ἤ φύλλα ξερά πού ἀποτελοῦν σκουπίδια καί τά χρησιμοποιοῦν γιά προσάναμμα τῆς φωτιᾶς. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χούφταλο

Γέροντας καταβεβλημένος (μειωτικό). Με αντιμετάθεση (αλλαγή θέσεως φθόγγων), από το φούχταλο. Αναλυτικότερα: Από το ρήμα κύπτω, σκύβω, σκύφτω, έχομε κούφταλο, χούφταλο και φούχταλο (πρβλ. χούφτα, φούχτα). Γνώρισμα του γέροντος είναι συνήθως η κύρτωση (σκυφτός από χρόνια). Κοίτα πώς έγινε, χούφταλο, δεν έχει ανάκαρα (από το ανάκαρδα, απρόθυμα, αδύναμα).

χριστιανὸς -ὴ (χσιανὸς)

Χ(ρι)στιανὸς -ὴ λέγεται συνήθως, ἀντὶ τῆς λέξεως ἄνθρωπος: «ποῦ ξεκίνσε ὁ χστιανὸς μὲ τέτοιον καιρό!», ἢ ὡς κλητικὴ προσφωνήσεως ἐκδηλωτικὴ συμπαθείας ἢ παραπόνου: «ἔλα χστιανέ μ’ μέσα μὴ βρέχεσαι», «τί θέλς χριστιανέ μ’ ἀπὸ μένα καὶ μὲ φορτώνεσαι;».

Χριστίνα (η)

το βολβοειδές φυτό υάκινθος, κοινώς ζουμπούλι. Λέγεται Χριστίνα γιατί ανθίζει τα Χριστούγεννα. Τα άνθη της είναι ποκιλόχρωμα και έχουν μορφή τσαμπιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χριστίνα = ζουμπούλι, ὀνομάζεται ἔτσι γιατί ἀνθίζει τά Χριστούγεννα (ὑάκινθος). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

Click to listen highlighted text!