Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Χ

χαμώγιο (το)

χαμηλά, ισόγεια σπίτια, χωρίς σανιδωτό δάπεδο, συνήθως μονόχωρα. Στα χαμώγια, στον ενιαίο χώρο, τα ΄βαναν όλα: τα βαγένια με το κρασί, την καπάσα με το λάδι, το σιτάρι, τα όσπρια και κάθε λογής εργαλεία τους. Τέτοιο ήταν και το σπίτι του ήρωα Φωτεινού του ΒΑΛ., στον Κόντρο: «Μέσα δεν είχε . . . Περισσότερα

χανάκα (η)

κόσμημα του λαιμού με πολυτελείς λίθους. Σε κτγρφ. περιουσίας του 1897 (ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: «χανάκες, πρώτη και δεύτερη μαργαριταρένιες», και σε άλλη του 1724: «χανάκας σχοινιά δύο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χανάκα /ἡ/ (Ἀ. Τ. χανὴκ) = κλοιός, λαιμοπέδη, ἡ ἐγκαρσία πτυχὴ ποὺ ἐμφανίζεται εἰς τὰ . . . Περισσότερα

χάνω

Χάνω = χαίνω, μένω κατάπληκτος καὶ ἀδρανής: «ἔχασα, τάχασε».

χάπατο (το)

χαμένος, μπαίγνιο, ηλίθιος. «Είσαι χάπατο» – «Ναι, μωρέ χάπατο, που σε κοροϊδέψανε …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάπατο (χαίνω, Τ. χὰπ) = εὐήθης, ἠλίθιος, μικρόνους. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χάπατο = χαμένο, κουτό, ἀνόητο, χάει ρέ χάπατο (χάει ρέ χαμένε, ἀνόητε). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας . . . Περισσότερα

χαρ΄νέμ΄το (επίρρ.)

επιφώνημα ταχταρίσματος χαράς, παιγνιδίσματος, εκδήλωση αγάπης. Λέγεται κυρίως στα μικρά παιδιά. «Μπα, χαρνέμτο, το παιδί, το καμάρ΄ μ΄» – «Είναι … χαρ΄νέστονε, να μην αβασκαθεί» = είναι όλο χάρη κι ομορφιά, λεβεντόπαιδο.  Ισχύει και για τα κορίτσια, βέβαια: «χαρ΄νέμ΄τηνε» ή «χαρ΄νέτη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρνέτο μ΄ ή . . . Περισσότερα

Χαραδιώτης -ισσα

ο κάτοικος του χωριού Χαραδιάτικα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαραδιώτης -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Χαραδιάτικα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χαράζω

Χαράζω (χαράσσω) = διακρίνω, διαχωρίζω ὀπτικῶς. «χαράζει» = ξημερώνει.

χάραμα

Χάραμα § ὄρθρος, λυκαυγές. Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. χάραγμα (ἰδ. Σύλλ. 3).

χαραμάδα ή χαραματίδα (η)

η χαραματιά, η σχισμή σε τοίχο ή στέγη κ.λπ Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαραμάδα = σχισμή, ὁ ἥλιος μπαίνει ἀπό τήν χαραμάδα τῆς πόρτας (ὁ ἥλιος μπαίνει ἀπό τήν σχισμή τῆς πόρτας). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χαραμέρι (το)

το χάραμα, η χαραυγή Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι, 1030: «Γυναίκα γλυκομέτωπη, /με τα γαλήνια στήθια, / το χαραμέρι ως άκουγες, βαθιά τα πρώτα ορνίθια». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαραμέρ(ι) /τὸ/ (χαράσσω-ἡμέρα) = τὸ λυκαυγές, ἡ χαραυγή. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χαράμι

Χαράμ(ι) /ἄκλ./ (Ἀ. Τ. χαρὰμ) = ματαίως, ἀνωφελῶς, παρ’ ἀξίαν.

χαραμίζω

Χαραμίζω (Ἀ. Τ. χαρὰμ) = δαπανῶ ματαίως, χρησιμοποιῶ ἀλυσιτελῶς, φθείρω ἢ θυσιάζω ἀνωφελῶς.

χαραμοψώμης -ω

Χαραμοψώμ(η)ς -ω (Ἀ. Τ. χαρὰμ-ψωμὸς) = ὁ ἀνωφελῶς ἀρτοδοτούμενος, ὀκνηρός, ἄχρηστος.

χαραμπουλίζω

κάνω παιδιάρικα αστεία, ξεφωνίζω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαραμπ(ου)λίζω (χαρὰ-βαλίζω) = χορεύω ἢ θορυβῶ ἐξ εὐθυμίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χαραμπουλίζω = εὔθυμα συνεχόμενα ἀστεῖα ξεφωνητά, αὐτός χαραμπουλίζει (αὐτός παιδιαρίζει), αὐτός ἐκβάλει χαρούμενα ξεφωνητά. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χαράρι (το)

κουβάς δερμάτινος για την άντληση νερού από πηγάδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαράρ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. χαρὰρ) = σάκκος ἀπὸ τραγόμαλλον διὰ συλλογὴν ἢ μεταφορὰν ἐλαιοκαρποῦ, δερμάτινος καδίσκος ἀντλήσεως ὕδατος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χάρβαλο (το)

σπίτι χάρβαλο, ερειπωμένο, εξαρθρωμένο. Παροιμία: «Μύλος χάρβαλος» με μτφ. σημασία: ακαταστασία, αναταραχή «στόμα χάρβαλο» = αθυρόστομος, ατσαλόστομος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάρβαλο (χεὶρ-βάλλω) = κατεστραμμένος, ἠρειπωμένος, ἐξηρθρωμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης χάρβαλο (τό) ἐρειπωμένο, (ΑΡΧ. χαλαβρός, χαλαρός, ΜΣΝ. χάρβαλον , χάλαβρον). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά . . . Περισσότερα

χαρδαλούπας (ο)

ο λαίμαργος, αλλά και πολυλογάς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρδαλούπας /ὁ/ (χόρδευμα-λοπὰς) = λαίμαργος, ἀδηφάγος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χαρδαλούπας = λαίμαργος καί φλύαρος. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χαρινέτο

Χαρινέτο = χαρούμενη γυναικεία ἔκφραση σέ ὄμορφο καί χαρούμενο παιδί, ἔχει τήν ἔννοια (κεχαριτωμένο μου).

χάρτζο (το)

χρυσές (=πλεγμένες με χρυσή κλωστή) και αργυρές πλατιές ταινίες αστραφτερές, που τις έβαναν περιφερειακά, στην ούγια, στα μανίκια και στο άνοιγμα του στήθους των φουστανιών της παραδοσιακής φορεσιάς. Χάρτζα είχαν και τα νυφικά φορέματα, και ιδιαίτερα ο τσουμπές. Τα χάρτζα, καθώς και τα γαϊτάνια, τα σιρίτια και τις άλλες διακοσμήσεις . . . Περισσότερα

χαρτωσά (η)

έγγραφο δικαστικής φύσεως, δικαστικής ενημέρωσης με κοινοποίηση εγγράφου. μτφ.: το κρύψιμο μυστικών ή οικογενειακών υποθέσεων, κινήσεις ανθρώπων με τρόπο μυστικό, «εν κρυπτώ». «Δεν του παίρνεις χαρτωσά» – «Πού να του πάρεις αυτού χαρτωσά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρτωσὰ /ἡ/ (χάρτης) = δικόγραφον, κοινοποίησις, ἐνημέρωσις: «δὲν τ’ . . . Περισσότερα

χασακὶ

Χασακὶ /τὸ/ (χαίνω, χάνω, Π. Τ. χασὰκ) = ἀπώλεια, καταστροφή, ἀφάνεια, ἄχυρον, κάρφος, εὐτελές.

χάση (η)

περίοδος κατά την οποία αρχίζει να ελαττώνεται ο φωτεινός δίσκος του φεγγαριού. Δηλ. το χρονικό διάστημα από την Πανσέληνο, μέχρι το νιο φεγγάρι (νιοφεγγιά), οπότε αρχίζει η γιόμιση. Από τη χάση ως τη γιόμιση μεσολαβεί αρκετό διάστημα, περίπου ένας μήνας. Γι΄ αυτό όταν γίνεται κάτι σε αραιά διαστήματα λέμε την . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!