Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Χ

χαράμι

Χαράμ(ι) /ἄκλ./ (Ἀ. Τ. χαρὰμ) = ματαίως, ἀνωφελῶς, παρ’ ἀξίαν.

χαραμίζω

Χαραμίζω (Ἀ. Τ. χαρὰμ) = δαπανῶ ματαίως, χρησιμοποιῶ ἀλυσιτελῶς, φθείρω ἢ θυσιάζω ἀνωφελῶς.

χαραμοψώμης -ω

Χαραμοψώμ(η)ς -ω (Ἀ. Τ. χαρὰμ-ψωμὸς) = ὁ ἀνωφελῶς ἀρτοδοτούμενος, ὀκνηρός, ἄχρηστος.

χαραμπουλίζω

κάνω παιδιάρικα αστεία, ξεφωνίζω Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαραμπ(ου)λίζω (χαρὰ-βαλίζω) = χορεύω ἢ θορυβῶ ἐξ εὐθυμίας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χαραμπουλίζω = εὔθυμα συνεχόμενα ἀστεῖα ξεφωνητά, αὐτός χαραμπουλίζει (αὐτός παιδιαρίζει), αὐτός ἐκβάλει χαρούμενα ξεφωνητά. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χαράρι (το)

κουβάς δερμάτινος για την άντληση νερού από πηγάδια. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαράρ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. χαρὰρ) = σάκκος ἀπὸ τραγόμαλλον διὰ συλλογὴν ἢ μεταφορὰν ἐλαιοκαρποῦ, δερμάτινος καδίσκος ἀντλήσεως ὕδατος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χάρβαλο (το)

σπίτι χάρβαλο, ερειπωμένο, εξαρθρωμένο. Παροιμία: «Μύλος χάρβαλος» με μτφ. σημασία: ακαταστασία, αναταραχή «στόμα χάρβαλο» = αθυρόστομος, ατσαλόστομος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάρβαλο (χεὶρ-βάλλω) = κατεστραμμένος, ἠρειπωμένος, ἐξηρθρωμένος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης χάρβαλο (τό) ἐρειπωμένο, (ΑΡΧ. χαλαβρός, χαλαρός, ΜΣΝ. χάρβαλον , χάλαβρον). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά . . . Περισσότερα

χαρδαλούπας (ο)

ο λαίμαργος, αλλά και πολυλογάς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρδαλούπας /ὁ/ (χόρδευμα-λοπὰς) = λαίμαργος, ἀδηφάγος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χαρδαλούπας = λαίμαργος καί φλύαρος. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

χαρινέτο

Χαρινέτο = χαρούμενη γυναικεία ἔκφραση σέ ὄμορφο καί χαρούμενο παιδί, ἔχει τήν ἔννοια (κεχαριτωμένο μου).

χάρτζο (το)

χρυσές (=πλεγμένες με χρυσή κλωστή) και αργυρές πλατιές ταινίες αστραφτερές, που τις έβαναν περιφερειακά, στην ούγια, στα μανίκια και στο άνοιγμα του στήθους των φουστανιών της παραδοσιακής φορεσιάς. Χάρτζα είχαν και τα νυφικά φορέματα, και ιδιαίτερα ο τσουμπές. Τα χάρτζα, καθώς και τα γαϊτάνια, τα σιρίτια και τις άλλες διακοσμήσεις . . . Περισσότερα

χαρτωσά (η)

έγγραφο δικαστικής φύσεως, δικαστικής ενημέρωσης με κοινοποίηση εγγράφου. μτφ.: το κρύψιμο μυστικών ή οικογενειακών υποθέσεων, κινήσεις ανθρώπων με τρόπο μυστικό, «εν κρυπτώ». «Δεν του παίρνεις χαρτωσά» – «Πού να του πάρεις αυτού χαρτωσά». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρτωσὰ /ἡ/ (χάρτης) = δικόγραφον, κοινοποίησις, ἐνημέρωσις: «δὲν τ’ . . . Περισσότερα

χασακὶ

Χασακὶ /τὸ/ (χαίνω, χάνω, Π. Τ. χασὰκ) = ἀπώλεια, καταστροφή, ἀφάνεια, ἄχυρον, κάρφος, εὐτελές.

χάση (η)

περίοδος κατά την οποία αρχίζει να ελαττώνεται ο φωτεινός δίσκος του φεγγαριού. Δηλ. το χρονικό διάστημα από την Πανσέληνο, μέχρι το νιο φεγγάρι (νιοφεγγιά), οπότε αρχίζει η γιόμιση. Από τη χάση ως τη γιόμιση μεσολαβεί αρκετό διάστημα, περίπου ένας μήνας. Γι΄ αυτό όταν γίνεται κάτι σε αραιά διαστήματα λέμε την . . . Περισσότερα

χάσκαρι (το)

παιγνίδι που παίζουν στο αποκριάτικο τραπέζι. Κρεμούσαν από το ταβάνι ένα σπάγκο στην κάτω άκρη του οποίου δένονταν ένα μαντολάτο ή παστέλι.. Το κινούσαν γύρω-γύρω, πάνω από τα στόματα των παρευρισκομένων στο τραπέζι, κι όποιος το ΄πιανε με το στόμα του, το ΄τρωγε. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

χασκουμπρίζω

γελώ, χασκογελώ με φιλαρέσκεια ή ερωτικές βλέψεις. «Κάθεται και χασκουμπρίζει με την Τάδε». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χασκαμπ(ου)ρίζω (χάσκω, Ἰ. bruire) = ὀαρίζω ζωηρῶς, χασκογελῶ (ἐπιπολαίως ἢ φιλαρέσκως καὶ ἐρωτύλως μὲ ἄτομον διαφόρου φύλου). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χάσμαλο

Χάσμαλο /τὸ/ (Π. Τ. χίσμ, χάσζ, χαμαίζηλον;) = κάρφος, ξυλάριον.

χασμίσι

Χασμίσ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. χάσμ, χαζὶμ) = τὸ προνοούμενον, τὸ ἀπαραίτητον ἐφόδιον.

χασνᾶς

Χασνᾶς /ὁ/ (Α. Τ. χασνέ, Σ. χασνᾶ) = κέρδος, ὄφελος, χρηματικὸν ἀπόθεμα, κομπόδεμα.

χασομέρι, το

Χασομέρι, το: (χάνω+μέρα) = το χάσιμο της ημέρας, χωρίς να παραχθεί κάτι το δημιουργικό και ωφέλιμο.

χαυγιάρι

Χαυγιάρι § τὰ παςωμένα ὠὰ τῶν ἰχθύων. ΚΝ. Σημ. Ἐκ τοῦ ὠὸν = ovum – ὠβάριον – ἀβγάριον (Σύλλ. 3) – αὐγιάριον (Σύλλ. 8) – χαυγιάριον, κατὰ τὰ λατιν. horreo (χόρω = ὄρω), haurio (χαρύω = ἀρύω) κτλ. πρβλ. καὶ Οἰκονόμ. πρ Πρφ. ἑλλ. σ. 31).

χαυταλεύρης

Χαυταλεύρ(η)ς /ὁ/ (κάπτω, Π. Τ. χὰπ-νάκ, χὰπ-νούς, ἄλευρον) = νωθρός, εὐήθης, ἀδρανής, ἠλίθιος.

χαφτανᾶς

Χαφτανᾶς /ὁ/ (κάπτω, χαίνω, χαῦνος, Π. Τ. χὰπ-νοὺς) = νωθρός, εὐήθης, λαίμαργος.

χαφταχούφτας

Χαφταχούφτας /ὁ/ ἐξ ἀναδιπλασιασμοῦ (κάπτω, χαίνω, χαῦνος) = νωθρός, ἀδρανής, εὐήθης, χαῦνος, λαίμαργος.

χάφτω

Χάφτω (κάπτω, χαῦνος) = καταπίνω λαιμάργως καὶ κτηνωδῶς χωρὶς νὰ μασσῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Τρώω λαίμαργα η μεταφορικά «τ’οχαψες μωρέ;». Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα κάπτω το οποίο αναφέρει ο Σκαρλάτος, ο λαός το λέει χάφτω. Εξ ου και το «χάφτει μύγες» ο τεμπέλης, επειδή συνήθως έχει . . . Περισσότερα

χάχας (o)

ο βλάκας, νωθρός, αυτός που γελάει διαρκώς Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάχας /ὁ/ (ἠχητ. χαίνω, χαῦνος;) = χάσκων, ἠλίθιος, νωθρός, βλάξ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Οι Μπαμπινιώτης και Ανδριώτης λένε «ονοματοποιημένη λέξη από τον ήχο του γέλιου, χα, χα) ή αυτός που χαχανίζει (Κριαράς). Σωστά . . . Περισσότερα

χαψά (η)

η μπουκιά φαγητό «Εφάγαμε μια χαψά και φύβγαμε για τ΄ αμπέλι» – «Μόλις έφαγα μια χαψά» ή «μια χαψά ψωμί τρώω και μου τόβγανες από τη μύτη» Παροιμία: «Η πρώτη χαψά είναι ρουφιάνα / κι η δεύτερη πουτάνα» = με την έννοια ότι η πρώτη μπουκιά διεγείρει την όρεξη στους . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!