Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Χ

χαλκάς (ο)

χάλκινος κρίκος, το κρικοειδές ρόπτρο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλκᾶς /ὁ/ (χαλκός, χαλκεύω) = μετάλλινος κρίκος, μεταλλίνη κινητὴ λαβή. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χαλκιάς (ο)

ο σιδηρουργός, ο χαλκεύς. Στα Πάθη του Χριστού λένε: «Χαλκιά, χαλκιά, φκιάσε καρφιά, φκιάσε τρία περόνια …» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης χαλκιάς (τό) ὁ σιδηρουργός Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

χαλκοτσούκι (το)

παλιό και κατεστραμμένο χάλκινο ή σιδερένιο σκεύος Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλκοτσοῦκ(ι) /τὸ/ (χαλκός, Ἰ. zucca) = χάλκινον πεπαλαιωμένον σκεῦος, ἡμικατεστραμμένον μεταλλικόν σκεῦος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χαλκούνι (το)

η στρακαστρούκα, λεγόμενη του Πάσχα βαρελότο χαλκούνια έλεγαν παλιότερα και τα χάλκινα κέρματα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλκοῦν(ι) /τὸ/ (χάλκινος) = κροτίς, βαρελότο (ἐντεθειμένον ἐντὸς ἀχρήστου σκεύους ἢ κυτίου κονσέρβας πρὸς πυροδότησιν), χάλκινον κέρμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χάλκωμα (το)

χάλκινο σκεύος κοινώς, χαλκοματένιο το σύνολο των χάλκινων σκευών ενός νοικοκυριού. Τα χάλκινα σκεύη που δίνονται ως προίκα. Το «χάλκωμα» στα προικοσύμφωνα το κατέγραφαν ανάλογα με το βάρος του: σε προικοσ. του χωριού Βουρνικάς του 1825 (ιδιωτικό) διαβάζομε: «χάλκωμα λίτρες 12», Νο 12. σε άλλο του 1706, Νο 61 γράφεται: . . . Περισσότερα

χαλκώνω

ραντίζω με χαλκό (=γαλαζόπετρα). Με διάλυμα θειικού χαλκού ραντίζουν τα αμπέλια και άλλα φυτά καλλιεργήσιμα. Επίσης με χαλκό ραντίζουν και το σιτάρι που φυλάγουν για σπόρο: Το χάλκωναν – λένε – για προφύλαξη του σπόρου από το κάρβουνο, μια επικίνδυνη ασθένεια των δημητριακών. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής . . . Περισσότερα

χαλός

τριγωνικό νύχι της άγκυρας Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαλὸς /ὁ/ (χηλὴ) = ἡ γλυφὶς τοῦ ἀγκίστρου ἁλιείας, ὁ ὄνυξ τῆς ἀγκύρας. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χαλός, § οὕτω καλεῖται ἑκάστη αἰχμὴ τοῦ κάμακος. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

χαμαίδρυο (το)

το φυτό τεύκριον, κοινώς χόρτο της Παναγίας. Είναι πολύ πικρό. Οι παλιότεροι το χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία των στομαχικών. ΒΑΛ. Αθ. Διάκος, Α΄: » … χάνει με μιας την ασχήμια και την ταπεινωσύνη / ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή λαψάνα / γλυκαίνει το χαμαίδρυο …¨.

χαμαιλειός (ο)

ποώδης φυτό με ακάνθινα φύλλα. Ανήκει στην οικογένεια των κυναροκέφαλων. Η ρίζα του, σημειώνει ο ΒΑΛ. (Αθανάσιος Διάκος, σχόλια): «είναι πλήρης οπού λευκού όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πήγνυται και γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η γεύσις της ρίζης του υπόγλυκος έχει αποφοράν βαρείαν ως την του κωνείου. . . . Περισσότερα

χαμός (ο)

ασθένεια των προβάτων επιδημική. ΒΑΛ. Φωτεινός, Β΄: «Ήρθε στην κόκκινη εκκλησιά εξήντα χρόνους πίσω / ένας σοφός καλόγερος φευγάτος απ΄την Πόλη / … / Στο πρόσταγμά του τα κουφά εφύγανε, αι ακρίδες / από τα πρόβατα ο χαμός, από τα γίδια ο ίσκιος …».

χαμπέρι (το)

είδηση, μαντάτο στον πληθυντικό: τα γεννητικά όργανα του αντρός. «Τι χαμπέρι μας φέρνεις;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαμπέρ(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. χαπὲρ) = εἴδησις, πληροφορία, ἄγνοια, ἀδιαφορία, ἀνυπακοή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Χαμπάρι και χαμπέρι. Είδηση. Τα νέα. Γνωστή η φράση. «Τι χαμπάρια, μάστορα;» . . . Περισσότερα

χαμπεριάζω

υπολογίζω, λογαριάζω, σέβομαι κάποιον «Δεν σε χαμπεριάζω, αν ζεις ή πεθαίνεις» – «Αυτός δεν χαμπεριάζει κανέναν». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαμπεριάζω (Ἀ. Τ. χαπὲρ) = ἐνημεροῦμαι, ὑπακούω, σέβομαι, φοβοῦμαι. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης    Τούρκικης προέλευσης. Haber, υπολογίζω στη φράση, δε χαμπαριάζω, δεν λαμβάνω υπ . . . Περισσότερα

χαμπηλοφτουργιάζω

Χαμπηλοφτουρ(γ)ιάζω (χαμηλὸς-πτέρυξ) = ἐμφανίζω πάρεσιν (πτῶσιν) τῶν πτερύγων (ἔνδειξις νόσου διὰ τὰ πουλερικά).

χαμώγιο (το)

χαμηλά, ισόγεια σπίτια, χωρίς σανιδωτό δάπεδο, συνήθως μονόχωρα. Στα χαμώγια, στον ενιαίο χώρο, τα ΄βαναν όλα: τα βαγένια με το κρασί, την καπάσα με το λάδι, το σιτάρι, τα όσπρια και κάθε λογής εργαλεία τους. Τέτοιο ήταν και το σπίτι του ήρωα Φωτεινού του ΒΑΛ., στον Κόντρο: «Μέσα δεν είχε . . . Περισσότερα

χανάκα (η)

κόσμημα του λαιμού με πολυτελείς λίθους. Σε κτγρφ. περιουσίας του 1897 (ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: «χανάκες, πρώτη και δεύτερη μαργαριταρένιες», και σε άλλη του 1724: «χανάκας σχοινιά δύο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χανάκα /ἡ/ (Ἀ. Τ. χανὴκ) = κλοιός, λαιμοπέδη, ἡ ἐγκαρσία πτυχὴ ποὺ ἐμφανίζεται εἰς τὰ . . . Περισσότερα

χάνω

Χάνω = χαίνω, μένω κατάπληκτος καὶ ἀδρανής: «ἔχασα, τάχασε».

χάπατο (το)

χαμένος, μπαίγνιο, ηλίθιος. «Είσαι χάπατο» – «Ναι, μωρέ χάπατο, που σε κοροϊδέψανε …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χάπατο (χαίνω, Τ. χὰπ) = εὐήθης, ἠλίθιος, μικρόνους. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Χάπατο = χαμένο, κουτό, ἀνόητο, χάει ρέ χάπατο (χάει ρέ χαμένε, ἀνόητε). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας . . . Περισσότερα

χαρ΄νέμ΄το (επίρρ.)

επιφώνημα ταχταρίσματος χαράς, παιγνιδίσματος, εκδήλωση αγάπης. Λέγεται κυρίως στα μικρά παιδιά. «Μπα, χαρνέμτο, το παιδί, το καμάρ΄ μ΄» – «Είναι … χαρ΄νέστονε, να μην αβασκαθεί» = είναι όλο χάρη κι ομορφιά, λεβεντόπαιδο.  Ισχύει και για τα κορίτσια, βέβαια: «χαρ΄νέμ΄τηνε» ή «χαρ΄νέτη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαρνέτο μ΄ ή . . . Περισσότερα

Χαραδιώτης -ισσα

ο κάτοικος του χωριού Χαραδιάτικα Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Χαραδιώτης -σα = ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Χαραδιάτικα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

χαράζω

Χαράζω (χαράσσω) = διακρίνω, διαχωρίζω ὀπτικῶς. «χαράζει» = ξημερώνει.

χάραμα

Χάραμα § ὄρθρος, λυκαυγές. Σημ. Ὁ Βυζ. γρ. χάραγμα (ἰδ. Σύλλ. 3).

Click to listen highlighted text!