Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ω

κολλαστό

Κολλαστό, πρόγευμα, (ἂν δὲν εἶνε τὸ ξένον colazione, πιθανὸν ἐκ τοῦ κόλαβος). βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

ράνει

Ράνει = ρῆμα πού σημαίνει κακοποιεῖ, π.χ. θά κάνει, θά ράνει. βλ. και ραίνω

ὠϊδίζω

Ὠϊδίζω (ὠοειδής, εὐειδὴς) = ὀμορφαίνω, κομψεύω, ἁρμόζω αἰσθητικῶς.

ωμόλαδο (το)

λάδι από στυμμένες στο πιεστήριο του λιτροβειού ελιές, χωρίς την χρησιμοποίηση καυτού νερού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὠμόλαδο /τὸ/ (ὠμὸς-ἔλαιον) = τὸ ἐκ νωπῶν ὑγιῶν ἐλαιῶν ἐξαγόμενον ἁγνὸν ἔλαιον (χωρὶς τὴν χρῆσιν ζέοντος ὕδατος κατὰ τὴν ἔκθλιψιν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!