Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Ω

ὦ, πῶ!

­ Ὦ, πῶ! καὶ πῶ, πῶ! μόρ. θαυμ. Π. ὦ, πῶ! θολοῦρα! πῶ, πῶ! σκοτάδια.

ὠϊδίζω

Ὠϊδίζω (ὠοειδής, εὐειδὴς) = ὀμορφαίνω, κομψεύω, ἁρμόζω αἰσθητικῶς.

ωμόλαδο (το)

λάδι από στυμμένες στο πιεστήριο του λιτροβειού ελιές, χωρίς την χρησιμοποίηση καυτού νερού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ὠμόλαδο /τὸ/ (ὠμὸς-ἔλαιον) = τὸ ἐκ νωπῶν ὑγιῶν ἐλαιῶν ἐξαγόμενον ἁγνὸν ἔλαιον (χωρὶς τὴν χρῆσιν ζέοντος ὕδατος κατὰ τὴν ἔκθλιψιν). Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

ὥραν τὴν ὥραν

Ὥραν τὴν ὥραν, ἐπίρρ. ὁσονούπω, μετ᾿ ὀλίγον. Π. τὸν καρτερῶ ὥραν τὴν ὥραν ν᾿ ἄρτῃ = τὸν περιμένω ὁσονούπω νὰ ἔλθῃ.

ὤρῃο

Ὥρῃο § καὶ ὡραῖον. Π. εὐκήσου του, μαννοῦλα μου τὤρῃο μου τὸ κρεβάτι (ᾆσμα τοῦ γάμου ἐξερχομένης τῆς προικός). Σημ. Ἐκ τῦ ὡραῖος (Σύλλ. 27). ἡ λ. εὔχρ. παρὰ τοῖς χωρικοῖς.

Click to listen highlighted text!