Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Θ

θυμός (ο)

δύναμη ανάπτυξης ενός φυτού, χειροτέρευση μιας φλεγμονής. «Το κλήμα μας έχει μεγάλο θυμό εφέτος, λόγω των βροχών.» – «Το πόδι μου βλέπω πάλι έχει θυμό.» Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Θ(υ)μὸς /ὁ/ = θυμός, ὀργή, ἔξαψις, δυναμικότης ἀναπτύξεως φυτοῦ ἢ φλεγμονῆς. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Θυμός . . . Περισσότερα

θυμώνω

Εδώ με τη σημασία του φλογίζομαι, χειροτερεύω. Ο Βαλαωρίτης (367) σημειώνει: «εθύμωσε λέγεται επί πληγών υπό τη σημασίαν ότι εφλογίσθη» (Φωτεινός).

θυρίδα

Θυρίδα (Θυρίς). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός εσοχή στον τοίχο σπιτιού που την χρησιμοποιούσαν σαν ντουλάπι όπου τοποθετούσαν διάφορα χρήσιμα πράγατα και συχνά την κάλυπταν με πανί Μια φορά κι έναν καιρό … Φίλιππου Λάζαρη / Επιμέλεια λεξιλογίου Βασίλης Φίλιππας

Click to listen highlighted text!