Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Τ

ταχειά (επίρρ.)

του χρόνου, τον άλλο χρόνο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Ταχειὰ (τάχιον) = προσεχῶς, τὸ ἑπόμενον ἔτος. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

ταχινή (η)

αυγή, πρωΐα. Σε συνταγή λαϊκογιατρού (Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, σελ. 68/9) διαβάζομε: «Περί ανθρώπου οπού έχει χολή και θέλει να τη βγάλει: «Έπαρε κολοκυνθιάς άγριας ρίζα και κοπάνισέ την καλά και βγάλε το ζουμί και ανακάτωσ΄ το μέλι και πίνε νηστικός εις την χάσιν του φεγγαριού τρεις ταχινές από . . . Περισσότερα

ταχτά (τα)

η λέξη σώζεται σε χργρφ. διαθήκη του 1644 στο χωριό Άλατρο: » … κε να μου κάμουνε τα ταχτά μου κατά το πρέπον …», δηλ. τρισάγια, σαραντάρια, λειτουργιές για το καλό της ψυχής της (Ροντογιάννης, Ιστορία Λευκάδας, τόμ. Α΄σελ. 441).

ταχτατεύω

Ταχτατεύω (ἠχητ. Τ. τὰχτ) = χορεύω τινὰ ἀνὰ χεῖρας, θάλπω μὲ στοργήν, περιποιοῦμαι. βλ. ταχταρίζω

ταχύ (το)

το πρωί. Συνταγή εζοχάδων: «Έπαρε αψινθιές και πλάσε ψωμίον. Έπειτα βάλε και τηγάνισέ τα με λάδι ακι τ΄ρωγε κάθε ταχύ νηστικός τρία».

τέγκι (το)

από το τέλος = κορυφή, κατάκορφα. μτφ.: πλήρως «Είναι στο τέγκι» = καλοζυγισμένο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τέγκι /τὸ/ (Π. Τ. τὲγκ) = τέγος, κορυφή, ἐπιφάνεια. «στὸ τέγκι»: πληρέστατα, ἐπακριβῶς. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

τεγκιάρω

Τεγκιάρω (Π. Τ. τὲγκ) = συμπιέζω εἰς δέματα σανὸν ἢ ἄλλο ὅμοιον πρᾶγμα.

τεγκλώνω

Τεγκλώνω (Ἰ. tegola) = κεραμοσκεπάζω, πλήττω διὰ κεράμου ἢ τούβλου, ἀκινητῶ πεισμόνως, τὰ στηλώνω, ἀποθνήσκω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης τεγκλώνω: κεραμοσκεπάζω, (ΙΤ. tegola = κεραμίδι). Λεξικό Ιδιωματικών Όρων — Χαρά Παπαδάτου

τέζα

Τέζα /ἐπίρ./ (τείνω, Ἰ. tendere) = τεντωτά, ἁπλωτά, ἐκτάδην.

τειαφοσάκι (το)

σακί του εμπορίου που περιέχει πρώτα τειάφι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τειαφοσάκ(ι) /τὸ/ = θειόσακκος, σάκκος μετρίου μεγέθους ἐκ τῶν χρησιμοποιουμένων εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ θείου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

τειαφοσακούλα (το)

σακούλα από αραιό ύφασμα – τουλουπάνι μέσα στην οποίαν βάνουν τειάφι για το τειάφισμα των πρώτων φύλλων και βλαστών του αμπελιού. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τειαφοσακκοῦλα /ἡ/ = σακκίδιον ἐξ ἀραιοῦ ὑφάσματος μέσῳ τοῦ ὁποίου θειώνονται οἱ πρῶτοι βλαστοὶ τῆς ἀμπέλου. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

τεϊπερτέϊ

Τεϊπερτέϊ (Ἀλ. τέjε περτὲς) = ἐπείγουσα ἄφιξις ἢ ἀναχώρησις. βλ. Ἔρες περτέρες.

τελάκι -ια (το)

μικρές και σκληρές προγκίτσες με κεφάλι που χρησιμοποιούν οι τσαγκάρηδες για το κάρφωμα των παπουτσιών.

τελαμπάρκα

Τελαμπάρκα /ἡ/ (Ἰ. tela-barca) = τὸ δεξιὸν τῆς τράτας ποὺ καθελκύεται τελευταῖον καὶ ἐπιβιβάζεται πρῶτον (τὸ ἀντίστοιχον τῆς ντετέρας).

Click to listen highlighted text!