Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Τ

τσῶφλι -ο καί τσόφλι -0

Τσῶφλι -ο καί τσόφλι -ο (ἐξώφλοιον) = κέλυφος, περίβλημα. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τσώφλοιο § ἡ ἔξω φλοῦδα, κυρ. τῶν ὠῶν, καρύων καὶ τῶν ἄλλων ξυλοδέρμων καρπῶν. Σημ. Ἐκ τοῦ ἐξώφλοιον (Σύλλ. 44). Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου  

τυλιγάδι (το)

ξύλινο διχαλωτό στις δύο άκρες του ραβδιού – το λένε και φουρκέτα – στο οποίο τυλίγουν το νήμα από τα αδράχτια. Το γνέμα που μαζεύεται μ΄ αυτό τον τρόπο, από διχάλα σε διχάλα, το λένε ματσέτα, κούκλα ή φκερωσά. βλ. τηλιγάδι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τυλιγγάδι ξυλίνη . . . Περισσότερα

τυλώνω

σκληρύνω. «Ετύλωσαν οι φλέβες μου». Λέγεται και για τα πολύ γεμάτα ασκιά και για την κοιλιά των ανθρώπων και ζώων. «Την ετύλωσε για καλά» ΒΑΛ. Φωτεινός, Α΄: «Ο ήλιος του φθινόπωρου του ρόδιζε την όψη / ετύλλωνε τη φλέβα του, του πύρωνε τα χείλη». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

τυρόπιτα ή κουλούρα

παρασκευάζεται  κυρίως της Τυροφάγου, την Κυριακή προς την Καθαρά Δευτέρα. Τα φύλλα από αλεύρι περιέβαλαν το τυρί, ενώ αλείφονταν με βούτυρο και στο επάνω φύλλο έβαζαν αυγό στυπημένο.

τυφλίτης

φίδι βραδυκίνητο, χωρίς δηλητήριο. Η βραδυκινησία του, οφείλεται – κατά τη λαϊκή αντίληψη – στο ότι δε βλέπει καλά ή καθόλου. Μόνο τα Σάββατα – λένε – βλέπει ο τυφλίτης. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Τ(υ)φλίτ(η)ς /ὁ/ (τυφλῖνος) = ἀνιοβόλος ὄφις βραδυκίνητος μὲ μικροτάτους ὀφθαλμούς. (τοῦτον πρόληψις . . . Περισσότερα

τυχαίνει

Τυχαίνει § πρέπει, ἁρμόζει. Π. λεβέντη μ᾿, δὲ σοῦ ᾿τύχαινε νὰ κατεβῇς ᾿ς τὸν Ἅδη (ᾎσμ. 20). Σημ. Ὁ Βυζ. παραλ. τὴν σημασ. ταύτην.

Click to listen highlighted text!