Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

σύμπασμα

Σύμπασμα /τὸ/ (συνεμβαίνω) = ἑσπερινὴ ἐπιστροφή, ὁμαδικὴ εἴσοδος. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Τὸ σύμπασμα (ὅταν τὰ ζῶα ἐπιστρέφωσιν εἰς τὰς φάτνας των). Γλωσσάριον – Γ.Χ. Μαραγκός βλ. και μισουρανὴς ἢ μισουρανὶς

συμπλιάζω

συνορεύω με κάποιον. Το ρήμα, παλαιό, συναντάται και σε συμβόλαια. Σε προικοσ. του 1728, (Vadimoniali del 7 Aprile 1728,  Νο 74 -Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βλέπομε:  «… ακόμα χωράφι ηντζήρκα τεταρτίων δέκα, έχει και μια ελιά μέσα, συμπλιάζει ο κυρ Ζαφείρης Μαρίνος περ πουνέντε και περ λεβάντε ο αυτός».

συμπλιαστής (ο)

ο συνορίτης. Σε κτγρφ. περιουσίας (Vadimonio 1718, No 3 – Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) βρίσκομε: «σπήτι στην αμαξυκήν, εις την σκουντράδαν (=συνοικία) του αγ. δημητρίου … συμπλιασταί περ μαΐστρο σπήτι, ληγάτον της θυγατρός του, περ σορόκω, τράτα κοινή …».

σύμπλιο

σύνορο, γειτονεύον βλ. συμπλιάζω και συμπλιαστής Από τη σειρά βιβλίων «Λαογραφικά της Λευκάδας» του Πανταζή Κοντομίχη  

συμπράγκαλο (το)

ευτελές πράγμα του σπιτιού ή εργαλείο, επίσης ευτελές, τεχνίτου. «μάζεψε τα συμπράγκαλά σου και δρόμο …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)μπράγκαλο /τὸ/ (σὺν-Ἰ. bricare) = ἐργαλειοσκευὴ τεχνίτου, ἐργαλεῖον τέχνης, εὐτελὴς ἀποσκευή. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

συναπισμός (ο)

φαρμακοσκεύασμα για τα κρυολογήματα. Βράζουν λινοκκόκι με νερό πρώτα, ώσπου να γίνει μπλάθρι. Ύστερα κοπανίζουν σιναπόσπορο και με τη σκόνη αυτή πασπαλίζουν το μπλάθρι του λινόσπορου. Αυτό το – θερμό πάντα – μείγμα το απλώνουν κατάσαρκα στην πλάτη του αρρώστου και το σκεπάζουν με μάλλινο πανί. Έτσι δημιουργείται έντονη διαστολή . . . Περισσότερα

συνατοί τους και συναντόι τους

μεταξύ τους «τα κανόνισαν συνατοί τους αυτοί» – «τα λέμε συνατοί μας» Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. Ι 974: «… που κατεβαίνουνε τα βράδυα / με γέλια συνατές τους τρίσβαθα / και αγαλινά …». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Συναντόϊ τους = συναμεταξύ τους. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας . . . Περισσότερα

συναυλιάζω

έχω επικοινωνία με κάποιους, συναναστρέφομαι. Ο μη συναυλιαζόμενος, λέγεται ασυναύλιαστος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)ναυλιάζω (σὺν-αὐλίζω) = συναναστρέφομαι, ἐπικοινωνῶ. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

συναύλιαση (η)

συναναστροφή. «δε μ΄ αρέσουν τέτοιες συναύλιασες» – «δεν έχει συναύλιαση με κανέναν». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)ναύλιασ(ι) /ἡ/ (σὺν-αὔλισις) = συναναστροφή, ἐπικοινωνία, κοινωνικότης. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης

συνήθεια (τα) των γυναικών

η έμμηνος ρύσις των γυναικών. Και μ΄ αυτό το θέμα καταπιάνονται οι λαϊκογιατροί. Σε συνταγή γιατροσοφικού βιβλίου (Κ. Σουμίλα – Άγ. Πέτρος) διαβάζομε: «Όταν κρατηθούν των γυναικών τα συνήθεια, βράσε ρεβίθια κόκκινα με νερόν, έως να λειώσουν και εις το ζωμόν βάνε λάδι πολύ και καμπόσον κρόκον να το πίει» . . . Περισσότερα

συνιάζω

Συνιάζω § τακτοποιῶ, θέτω εἰς τάξιν. Μ. συντάζομαι = θέτω εἰς τάξιν τὰ πράγματά μου. Π. Νοικοκυρὰ συντάζεται νὰ πάῃ ᾿ς τὸν κάτου κόσμον (ᾆσμ. 25). Σημ. Αὐτὸ τὸ ἀρχ. συντάσσω.

συντάζομαι

τακτοποιώ τα του οίκου μου. Σε μοιρολόγι του τόπου έχομε: «Νοικοκυρά συντάζεται να πάει στον κάτω κόσμο / κι αναμεράει τη ρόκα της και χώνει τη φωτιά της …» (Ι.Ν. Σταματέλου, Μοιρολόγια Λευκάδας – 1876 – σελ. 23 και Δημ. Τραγούδια Λευκάδας, σελ 144/9). Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – . . . Περισσότερα

σύντας

Σύντας (συντάσσω) = ὅταν, ὁσάκις, ἐνταυτῶ, συγχρόνως. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Σύντας, ἐπίρρ. χρ. § ὅταν. Π. σύντας ἔρτω, μοῦ τὰ λές· λέγομεν ἀκόμη καὶ ’σάν. Σύλλαβος – Ιωάννου Σταματέλου

συντρόφι (το)

το εσώρουχο των γυναικών, το βρακί. Η λέξη κατ΄ ευφημισμόν. Οι παλιές Λευκαδίτισσες δε συνήθιζαν να φορούν βρακί – παρά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Το ΄χαν όμως στην κασέλα τους, για κάθε ενδεχόμενο. Τέτοιες, δα, πολυτέλειες δεν μπορούσαν να ΄ναι σε καθημερινή χρήση για όλες. Τα φορούσαν σίγουρα οι νυφάδες . . . Περισσότερα

σύξυλος -η -ο

ο επιβάτης βάρκας όπου βυθίστηκε μαζί μ΄ αυτήν ο αποσβολωμένος, ο άναυδος . «μόλις του πήγαν το χαμπέρι έπεσε σύξυλος»

σύρ(ι)πο

Σύρ(ι)πο /τὸ/ (σὺν-ρέπω) = ἡ ἔναρξις τῆς νυκτός, τὸ λυκόφως.

συργιά (η)

ή σύργια σκουριά που πιάνουν τα σιδερένια σκεύη, π.χ. τα κουταλοπίρουνα, τα οποία έδιναν στον καλαμαντζή για καλάισμα (κασσιτέρωμα) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Συργιά = σκουριά, σύργιασε τό κουτάλι (σκούριασε τό κουτάλι(. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

συργούν(ι)

υποτελής, υπηρέτης. «τον έχ΄νε συργούν΄ κι άλογο» μτφρ.: ταχυδρόμος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Συργοῦν(ι) /τὸ/ (Ἀ. Τ. σεϊράν, Ἰ. surgere;) = ταχυδρόμος, ἀποκρισάτορας, ὑπηρέτης: «τὸν ἔχνε συργοῦν’ κι’ ἄλογο». βλ. καί τσεργοῦν(ι) Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης  

συρίπωμα

Συρίπωμα /τὸ/ (σὺν-ρέπω) = ἡ ἔναρξις τῆς νυκτός, τὸ λυκόφως. βλ. και συρόπωμα

Click to listen highlighted text!