Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

σάγ΄λα (η) και σά(γ)ουλα

σάγλα λεπτό σκοινί για πολλαπλές χρήσεις. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σάγουλα (Σάουλα) /ἡ/ (Ἰ. sagola) = λεπτὸν σχοινίον, ληγαδοῦρα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σάγουλα = λεπτό σχοινί (σεϊζόλα). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σαγιαδόρος (ο)

ειδικό σύστημα ανοίγματος και κλεισίματος της πόρτας με διαμπερή μοχλό που πιεζόμενος απ΄ έξω απελευθερώνει, ανυψώνοντας τον εσωτερικό σύρτη. Η ίδια διαδικασία από μέσα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σα(γ)ιαδόρος /ὁ/ (Ἰ. saggiatore, saettare;) = τὸ σύστημα τοῦ ἀνοίγματος θύρας δι᾿ ἐσωτερικοῦ μοχλίσκου ἀνυψουμένου ἀφοῦ πιέσωμεν διὰ . . . Περισσότερα

σαγιάκι (το)

ύφασμα και φόρεμα από χοντρό μάλλινο του αργαλειού, δίμιτο. «Σε ένα σαγιάκι οπού έκαμα της δουλεύτρας, λ. 50» (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας – χργφ. λογαριασμός 1744-1758). Το ύφασμα σαγιάκι είναι περισσότερο γνωστό ως τσουκνί.

σαγιάρω

κλέφτω, καταχρώμαι Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σαγιάρω (σαγήνη, Ἰ. sagena) = συλλαμβάνω, ὑπεξαιρῶ, κλέπτω. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

σαγιάς (ο)

φουστάνι και σύστημα φορεσιάς των λαϊκών τάξεων στη Λευκάδα, που φοριόνταν μέχρι τα μέσα του 19ου αι. πριν δηλ. επικρατήσει η νεότερη φορεσιά, τα λεγόμενα «Ρωμαίικα«. Δημ. δίστιχο: «Άσπρος σαγιάς, λιανόρραφος ραμμένος με μετάξι / χαράσ΄ εκείνο το κορμί που θα ν΄τόνε βαστάξει» (Ι. Ν. Σταματέλος Σύλλαβος)

σάγιασμα (το) ή σάισμα

το ΄χουν κυρίως για στρωσίδι μεγάλο στη χωριάτικη κουζίνα. Υφαίνεται από τραγόμαλλο και χρησιμοποιείται και για σκέπασμα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σάγιασμα /τὸ/ (σάττω, σάγος) = χονδρὸν ἐγχώριον δαπεδοστρώσεως ἐξ αἰγείου ἐρίου. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σάγισμα καί σιάγιασμα = ὕφασμα ὑφαντό ἀπό μαλλί γιδιῶν βαρύ . . . Περισσότερα

σαγκάϊα

Σαγκάϊα /ἡ/ (Ἰ. sciancare) = ἐρείπιον, ἐξηρθρωμένος, ξεγοφιασμένος.

σάζομαι

Σάζομαι (ἴσος, ἰσάζω) = εὐθετοῦμαι, εὐπρεπίζομαι, δίδω ἀμοιβαίαν ὑπόσχεσιν γάμου, μνηστεύομαι.

σάζω

Σάζω (ἴσος -άζω) = ἰσάζω, εὐθετῶ, τακτοποιῶ, συγυρίζω, διευθετῶ διένεξιν, περατῶ διαπραγμάτευσιν συμφωνίας. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Σάζω = φτιάχνω, σάζω, τά μαλλιά μου (τακτοποιῶ τά μαλλιά μου). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σαΐνης -ω

Σαΐνης -ω (Π. Τ. σαχίν, σαΐν) = ἄνθρωπος ἰδιοφυὴς καὶ δραστήριος, εὐφυής, ἐπιδέξιος.

σαΐτα

Σαΐτα /ἡ/ (Λ. sagitta) = βέλος, ἡ κερκὶς τοῦ ἀργαλειοῦ ἢ τῆς ραπτομηχανῆς.

σαϊτάρι (το)

φίδι από τα πιο συνηθισμένα. Είναι επικίνδυνο, γιατί, όπως πιστεύει ο λαός, πετιέται στο θύμα σαν σαγίτα. Δεν είναι δηλητηριώδες. τα μικρά στραγγιστικά, αποχετευτικά αυλάκια, που «στραγγίζουν» το χωράφι. Σε χργρφ. κτηματία του 1745 (Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας) διαβάζομε: «Έβαλα εις τα αμπέλια εις το Βαρδάνη και έκαμα σούδες και σαητάρια, . . . Περισσότερα

σακαγή (σακαή)

ασθένεια των αλόγων, κατά την οποία το ζώο βγάζει μύξες και βλέννες. Κατάρα: «Να σε φάει κακή σακαή». Η σακαή λέγεται και πατημένη. Θεραπεία: Έβραζαν αποσεινάδια με κρασί και τα ΄βαναν στην κοιλιά του αλόγου. Έλεγαν, βέβαια και το απαραίτητο ξόρκι. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακα(γ)ὴ /ἡ/ . . . Περισσότερα

σακαδόρος (ο)

το μέρος της παραλίας, όπου οι ψαράδες αδειάζουν τα ψάρια του σάκου. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακκαδόρος /ὁ/ (σάκκος, Ἰ. saccheggiare) = τὸ σημεῖον τῆς ἀκτῆς ὅπου ἀνασύρεται ὁ σάκκος τῆς τράτας καὶ κενοῦται ἀπὸ τὸ ἁλίευμα. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

σακατ΄λίκι (το)

η κατάσταση που βρίσκεται ο σακάτης, ο ανάπηρος. φράση: «έχω κι εγώ βλέπεις το σακτ΄λίκι μου».

σακάτ(η)ς

Σακάτ(η)ς /ὁ/ (Ἰ. sciancato, Ἀ. Τ. Σ. σακὰτ) = ἐξηρθρωμένος τὴν ὀσφύν, ξεγοφιασμένος, ἀνάπηρος.

σακατεύω -ομαι

χτυπώ κάποιον άσχημα, τον τραυματίζω, τον καθιστώ σακάτη. Το σακατεύω αναφέρεται και σε τραυματισμό από ζώα, από γάτες ή σκύλους, επίσης σε αγκαθωτούς θάμνους ή αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Γι΄ αυτό λέμε: «Σακατεύτηκα, με σακάτεψε, θα σε σακατέψω». Κατάρα: «Μωρέ σακατεμένο». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακατεύω (Ἰ. sciancato, Ἀ. . . . Περισσότερα

σακέρα (η)

μεγάλο σακί, πλατύ, χρήσιμο για την αποθήκευση δημητριακών και μεταφορά κοπριάς στα κτήματα. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σακέρα = στενή σακούλα (ἀπ᾿ τό στενό σακί). Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σακουλιάζω

βάνω πράγματα σε σακούλι, ενθυλακώνω. αμετ. παρακειμένου για ενδύματα, ρούχα: Δεν κάνει καλή εφαρμογή, κάνει σούφρες. «Δε σου το ΄φκιασε καλά η μοδίστρα, να εδώ σακουλιάζει».

σαλ(ι)μίδα

Σαλ(ι)μίδα /ἡ/ (Ἰ. sciogliere-mato;) = βροχίδα λιναριοῦ ἐκ τῶν χρησιμοποιουμένων πρὸς κατασκευὴν σφενδόνης.

σαλαβρύχα (η)

η σαύρα, κοινώς σκοταρέλα, σαλαμίδι ( η μικρή σαύρα), συνήθως πράσινου χρώματος. Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σαλαβρύχα /ἡ/ (σαλάμβη, σαλαμάνδρα, Ἰ. salubrica -ico) = σαῦρα, γουστέρα, σαμιαμίθι. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης Σαλαβρίχα = σαύρα. Το Γλωσσάρι της Λευκάδας – Ηλίας Γαζής

σαλαγάω

παρακινώ το κοπάδι γιδιών και προβάτων κ.λπ. να πάνε στην κατεύθυνση που θέλω. Το σαλάγισμα γίνεται με ειδικά φωνητικά παρακελεύσματα, με σφυρίγματα ή άλλους τρόπους, όπως με λιθαριές και χτυπήματα μεταλλικών δοχείων, τενεκέδων κ.λπ. Άγγ. Σικελιανός, Αλαφρ. ΙΙΙ, 370: «να σαλαγάς τα κύματα / με τη χλωρή φλογέρα». Λεξικό του . . . Περισσότερα

σαλαγισμένος -η -ο

αναστατωμένος, ανήσυχος, βιαστικός, απρόσεκτος. «Κάνει σαν σαλαγισμένος δε βλέπεις;». Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σαλα(γ)ϊσμένος -η -ο (σαλάγη) = ὁ κινούμενος ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν σαλαγίσματος, ἐπιπόλαιος, ἀλλοπρόσαλλος. Τα Λευκαδίτικα — Χριστόφορος Λάζαρης

Click to listen highlighted text!