Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου   Click to listen highlighted text! Welcome to Λεξικό της Λευκαδίτικης Διαλέκτου

Ψάχνετε κάτι;

Γράψτε την λέξη που ακούσατε ή διαβάσατε και δείτε τι ακριβώς σημαίνει στην Λευκαδίτικη διάλεκτο!

Όλες οι λέξεις στο Σ

σ(υ)γκράτ(ι)

Συγκράτ(ι) / σ(υ)γκράτ(ι)  /ἐπίρ./ (σὺν-κρατέω -ῶ)  = ἐν συνεχείᾳ, κατ’ ἐπαφήν, συνεχομένως.

σ(υ)διαλέγομαι

μαζεύομαι στο σπίτι μου, συγκεντρώνομαι. «πες του να σδιαλεχτεί τώρα γιατί είναι ώρα για φαγητό» – «αυτός ο προκομένος ο ν΄κοκύρ΄ς ούτε που σ΄διαλέγεται στο σπίτ΄ του» – Εσυδιαλεχτήκανε όλοι οι προκομμένοι να βοηθήσ΄νε …» (ειρωνικά) – «Οι παλιοί, αν δεν σ΄διαλεγότανε όλ΄ η οικογένεια στο τραπέζι δεν τρώγανε».

σ(υ)κομαγίδα

Σ(υ)κομαγίδα /ἡ/ (σῦκον-μάσσω, μαγὶς) = πλακούντιον ξηρῶν σύκων καὶ καρυκευμάτων πρὸς διατήρησιν.

σ(υ)μπεθεριὰ

Σ(υ)μπεθεριὰ  / Συμπεθεριὰ /ἡ/ (σὺν-πενθερὸς) = μεσολάβησις διὰ συνοικέσιον, προξενιά.

σ(υ)μπέθερος -θέρα

Σ(υ)μπέθερος -θέρα / συμπέθερος  (σὺν-πενθερὸς) = (προσωνυμία μεταξὺ τῶν ἑκατέρωθεν συγγενῶν τῶν συζύγων), προξενητὴς συνοικεσίου, ἀκόλουθος τῆς γαμηλίου πομπῆς.

σ(υ)μπονεμένος -η -ο

Σ(υ)μπονεμένος -η -ο /  συμπονεμένος = ὁ αἰσθανόμενος πόνον ἄνευ ἐμφανοῦς κακώσεως, ὁ προελθὼν ἐκ συμπονεύσεως (γάλα ἐρυθρωπόν, οὖρα θολὰ κ.τ.τ.).

σ(υ)νεπαίρνω

βοηθώ κάποιον που σηκώνει στους ώμους του ή στο κεφάλι του ένα βάρος, παίρνοντας το βάρος αυτό κι εγώ για κάμποσο διάστημα. Τον ανακουφίζω. (συνεπαίρνω) Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης Σ(υ)νεπαίρνω (σὺν-ἐπὶ-αἵρω) = συνοδεύω πρόσωπον ἀναλαμβάνων μέρος τοῦ φόρτου του, βοηθῶ τινὰ ἀπερχόμενον. Τα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος . . . Περισσότερα

σ(υ)νεφέρνω

Συνεφέρνω (σὺν-φέρω) = βοηθῶ τινα ν’ ἀναλάβῃ ἐκ λιποθυμίας ἢ κακουχίας.

σ(υ)φτάνω

Συφτάνω (σὺν-φθάνω) = φθάνω ταὐτοχρόνως, φθάνω ἐγκαίρως, προφθάνω.

σ(υ)χέριο

Συχέριο /τὸ/ (σὺν-χεὶρ) = χεὶρ βοηθείας, ὁμοχειρία, ἀρωγή, ἐνίσχυσις. Tα Λευκαδίτικα – Χριστόφορος Λάζαρης Συχέριο, § βοήθεια, συνδρομὴ ὑλική. Π. εἶχα σήμερα ζύμωσι κ᾿ ἡ δούλα μ᾿ ἔδωκι συχέριο = μ᾿ ἐβοήθησε. Σημ. Ἐκ τοῦ σὺν καὶ χείρ. Ἡ τοῦ ν ἀφαίρεσις πρὸ τοῦ χ ἐν πολλοῖς εὐχρηστεῖ· οὕτω λέγ. . . . Περισσότερα

σά(γ)ουρα

Σάγουρα (Σάουρα) /ἡ/ (Ἰ. sciagura) = ἀναφυλακτικὸν ἔκζεμα τῶν βρεφῶν, πυοφύτης, ἀχώρ.

σαββατιάτικα (τα)

η μνημόνευση του νεκρού από τον ιερέα κάθε Σάββατο, στο διάστημα μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου (του έτους) μνημοσύνου. Προϋπόθεση για τα σαββατιάτικα είναι η αποστολή στον ιερέα των αντίστοιχων προσφορών (λειτουργίες – ψυχούδια). «Δια τα σαββατιάτικα των τριόν , ίγουν δια τον μακαρίτη τον άντρα μου, συγγενί μου . . . Περισσότερα

σαββατογεννημένος -η -ο

Κατά τη λαϊκή παράδοση, όσοι γεννιούνται Σάββατο θα είναι τυχεροί στη ζωή τους. Του σαββατογεννημένου πιάνει και η κατάρα του, αφού έχει την ικανότητα να επικοινωνεί – λένε – με αόρατες δυνάμεις. Του αποδίδουν και μαγική επιρροή. ΟΙ σαββατογεννημένοι είναι ευνοημένοι από την τύχη και βλέπουν πράγματα που οι άλλοι . . . Περισσότερα

Click to listen highlighted text!